Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Το αντιμήνσιο



Το αντιμήνσιο και οι περί αυτό παρανοήσεις.

Γεωργίου Ζαραβέλα
Θεολόγου
ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ


Το αντιμήνσιο ή αντιμίνσιο αποτελεί λειτουργικό σκεύος-άμφιο, άμεσα συνδεδεμένο με την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων λαμβάνει χώρα στο αντιμήνσιο πάνω στην Αγία Τράπεζα, εκδιπλώνεται πριν από την κατάθεση των ευχαριστιακών ειδών στο θυσιαστήριο του ναού και τυλίγεται, αφού τα Τίμια Δώρα τοποθετηθούν στην πρόθεση μετά την κοινωνία των πιστών. 

Ο όρος αντιμήνσιο προέρχεται ετυμολογικά από τον ελληνικό όρο «αντί» και το λατινικό «mensa» που σημαίνει τραπέζι. Κατά άλλη ετυμολογία δεύτερο συνθετικό του είναι ο βυζαντινός όρος «μίνσος», ο οποίος δηλώνει μικρό αντικείμενο ή σκεύος για προσφορά εδεσμάτων ή δώρων. Η ορθογραφία του όρου καταγράφεται, ανάλογα με τα ανωτέρω, ως: α) αντιμήνσιο, σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή ή β) αντιμίνσιο, σύμφωνα με τη δεύτερη. Η τελευταία θεωρείται από τη νεώτερη έρευνα ως ορθότερη. 

Το αντιμήνσιο είναι μία φορητή καθαγιασμένη Αγία Τράπεζα για εύκαιρη χρήση και χρησιμοποιείται προς αναπλήρωση του σταθερού θυσιαστηρίου, είτε όταν υπάρχει παντελής έλλειψη αυτού, για παράδειγμα σε υπαίθρια Θεία Λειτουργία, είτε όταν εκείνο δεν έχει ακόμα καθαγιασθεί. Κατασκευάζεται συνήθως από λευκό λινό ύφασμα, ή παλαιότερα από ξύλο και σπανιότερα από πέτρα, ενώ φέρει παράσταση Σταυρού, της Άκρας Ταπείνωσης ή συνηθέστερα του Επιτάφιου Θρήνου του Κυρίου. Ο επιχρωματισμός του αντιμηνσίου με ποικίλα χρώματα είναι σύγχρονη πρακτική, η οποία μάλλον επιβαρύνει τόσο το συμβολισμό του, όσο την απλότητα της χριστιανικής λατρείας, αλλά και την καλαισθησία του (λειτουργικό kitsch).

Η εμφάνιση των αντιμηνσίων ανάγεται κατά τον Ευάγγελο Θεοδώρου στην περίοδο της Εικονομαχίας. Οι ορθόδοξοι, αποφεύγοντας τη συλλειτουργία με τους αιρετικούς εικονομάχους, τελούσαν τη Θεία Ευχαριστία κατ’ ιδίαν, σε δικά τους οικήματα, χρησιμοποιώντας αντί για Αγία Τράπεζα, θυσιαστήριο κατασκευασμένο από σινδόνα ή ξύλο. Τα αντιμήνσια ενίοτε ταυτίστηκαν με τα ειλητά, τα οποία είναι ειδικά υφάσματα χωρίς ιδιαίτερο καθαγιασμό, τα οποία ειλήσονταν, δηλαδή απλώνονταν, σε εγκαινιασμένη Αγία Τράπεζα για τη συλλογή των ψυχίων -μαργαρίτες στη λειτουργική ορολογία- οι οποίοι έπεφταν από το δισκάριο κατά τη προετοιμασία της Θείας Κοινωνίας. Η θέση αυτή, που ταυτίζει τα άνευ λειψάνων καθαγιασμένα αντιμήνσια με τα ειλητά, είναι άκυρη. 

Η καθιέρωση των αντιμηνσίων συνιστά αποκλειστικά αρχιερατικό έργο, όπως δηλώνει και η υπογραφή του αρχιερέα στο κάτω μέρος του αντιμηνσίου, η οποία επικυρώνει την κανονικότητα της καθιέρωσής του. Η υπογραφή αυτή δεν εκφράζει την εξάρτηση του αντιμηνσίου από τον επιχώριο αρχιερέα, ούτε η χρήση του παύει με την αποχώρηση του επισκόπου που το υπογράφει από την ενεργό διακονία. Το αντιμήνσιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανεξάρτητα από το ποιος ποιμαίνει την επισκοπή, αρκεί εκείνος που το καθαγίασε να μην έχει εκπέσει σε αιρετική πλάνη ή αποσχιματιστεί. 

Η πρακτική ανάκλησης των αντιμηνσίων του προκατόχου από τον εν ενεργεία ποιμενάρχη βασίζεται στη διασφάλιση της ενότητας με το υπό τον αρχιερέα θυσιαστήριο και την αποφυγή τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας από σχισματικούς, ανεξάρτητα από το ότι γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Εάν το αντιμήνσιο παύει να έχει ισχύ καθόλα κανονικού θυσιαστηρίου με την αποχώρηση του επιχώριου αρχιερέα, άρα και όλα τα μόνιμα θυσιαστήρια των ναών της επαρχίας είναι εξίσου άκυρα και χρήζουν επανακαθαγιασμού, πράγμα που δεν ισχύει. Η χρήση αντιμηνσίου του επιχώριου αρχιερέα είναι καλό να τηρείται, χωρίς, όμως, να ανάγεται σε δόγμα και να θεωρείται άξια επιτιμίου. 


Εγκαίνια Καθεδρικού Ναού της Αναστάσεως του Κυρίου
 στο Αργυρόκαστρο
Ο καθαγιασμός των αντιμηνσίων τελείται κατά τα εγκαίνια ιερού ναού από τον επίσκοπο, με προοπτική να επέχουν θέση τελείας Αγίας Τράπεζας. Η ακριβής θέση των αντιμηνσίων στην ακολουθία των εγκαινίων είναι η απορρόφηση του ύδατος, του μύρου και των λοιπών αρμόδιων ειδών από την Αγία Τράπεζα, αφού ολοκληρωθεί ο καθαγιασμός της και πριν από την ένδυσή της με τα άμφια, δηλαδή λειτουργούν ως μάκτρα – υφάσματα. Ακολούθως χρίονται σταυροειδώς με άγιο μύρο και λειτουργούνται στο νέο θυσιαστήριο τουλάχιστον για επτά ημέρες. 

Τα αντιμήνσια μπορούν να καθιερωθούν και σε ιδιαίτερη ακολουθία, αποσυνδεδεμένη από τα εγκαίνια ναού, η οποία φέρει στα ευχολόγια τον τίτλο «Τάξις γινομένη π καθιερώσει αντιμηνσίων», πάντα όμως στα πλαίσια της Θείας Ευχαριστίας. Η πρώτη από τις δύο μεθόδους εγκαινιασμού των φορητών αγίων τραπεζών - αντιμηνσίων είναι σαφώς αρχαιότερη. 

Η χρήση ιερών λειψάνων στα αντιμήνσια συνιστά κίνηση με επιρροή από την κατάθεση λειψάνων στο θυσιαστήριο νέου ναού πριν (νεώτερη πρακτική) ή μετά (αρχαιότερη πρακτική) τον εγκαινιασμό του, εφόσον τα αντιμήνσια αποτελούν τέλειες, καθαγιασμένες άγιες τράπεζες. Σε μία από τις πλευρές του αντιμηνσίου προσράφεται ένα, έστω ελάχιστο, τεμάχιο ιερού λειψάνου, ακολουθώντας τις επιταγές της Ζ ‘ Οικουμενικής Συνόδου. Ο ζ’ κανόνας της ανωτέρω Συνόδου ορίζει πως όλοι οι χριστιανικοί ναοί οφείλουν να εγκαινιάζονται και στην Αγία Τράπεζα να κατατίθενται λείψανα αγίων μαρτύρων. Η κατάθεση λειψάνων και στα αντιμήνσια, επομένως, γίνεται συνεκδοχικά. Το σημείο τοποθέτησής τους, σύμφωνα με τον Συμεών Θεσσαλονίκης είναι η ανατολική πλευρά του φορητού θυσιαστηρίου. 

Η ενθυλάκωση ιερών λειψάνων στο εσωτερικό των αντιμηνσίων μνημονεύεται μόνο στην ιδιαίτερη ακολουθία του καθαγιασμού τους και όχι στην καθιέρωσή τους κατά τα εγκαίνια νέου θυσιαστηρίου. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης, μόνος από όλη την πατερική γραμματεία, αναφέρεται στην τοποθέτηση ιερών λειψάνων στα αντιμήνσια, καθώς θεωρεί πως και σε αυτά πρέπει να ακολουθηθεί το ίδιο τυπικό με αυτό της καθιέρωσης της μόνιμης Αγίας Τράπεζας του ναού, εφόσον καθιερώνονται ισόκυρα με την τελευταία.

Η τοποθέτηση λειψάνων αγίων στα αντιμήνσια σπανίζει στη σύγχρονη λειτουργική πρακτική. Ο καθαγιασμός της Αγίας Τράπεζας, άλλωστε, δεν εξαρτάται άμεσα από την κατάθεση ιερών λειψάνων εντός της και, ως εκ τούτου, δεν είναι υποχρεωτικό να φέρουν ιερά λείψανα και τα αντιμήνσια. Το έθος της κατάθεσης στην Αγία Τράπεζα και της προσραφής στα ιερά αντιμήνσια λειψάνων είναι καλό να τηρείται, αφού αυτό ορίζει και η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος. Η χρήση καθαγιασμένων αντιμηνσίων, αλλά χωρίς να έχουν συρραφεί σε αυτά ιερά λείψανα, δεν τα καθιστά απλώς ειλητά, δηλαδή κοινά υφάσματα συλλογής ψυχίων του Άρτου από το δισκάριο, εφόσον τα αντιμήνσια χωρίς προσραφή ιερών λειψάνων είναι ισόκυρα με εκείνα που φέρουν τεμάχιο ιερού λειψάνου. 

Το αντιμήνσιο συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της λατρείας, αφού αποτελεί τον ιερό τόπο, πάνω στον οποίο τελείται το συνεκτικό κάθε κοινότητας μυστήριο, η Θεία Ευχαριστία. Η χρήση του είναι πλέον δεδομένη, χωρίς να ορίζεται από την αρχέγονη δομή τη λατρείας, αλλά καθιερώθηκε με βάση τις ιστορικές συνθήκες, οι οποίες οδήγησαν στην πολυδιάσπαση της αρχικής ενότητας, του κυριότερου χαρακτηριστικού της Πρώτης Εκκλησίας. Κάθε εκκλησιαστική σύναξη οφείλει να χρησιμοποιεί το αντιμήνσιο, χωρίς να προβαίνει σε ακρότητες, να αναγνωρίζει την λειτουργικότητα και την πραγματική σημασία του και να μην προβαίνει σε αόριστες θεωρήσεις και συνειρμούς, οι οποίοι το αποσυνδέουν από την αυθεντική θέση του και το εντάσσουν σε θεολογικά οικοδομήματα άγνωστα για τη χριστιανική Εκκλησία και τη διδασκαλία της.


Βιβλιογραφία:
Αγάθωνος Π. Σ., Το Αντιμίνσιον ·Συμβολή εις την μελέτην της λατρείας της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Διατριβή επί διδακτορί, εκδ. Μουσείου Ι. Μ. Κύκκου, Λευκωσία 2003. Θεοδώρου Ευαγγ., «Αντιμήνσιον», ΘΗΕ, 2 (1963), στ. 870. Συμεών Θεσσαλονίκης, «Διάλογος εν Χριστώ κατά πασών των αιρέσεων και περί της μόνης πίστεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, των ιερών τελετών τε και μυστηρίων πάντων της Εκκλησίας», PG 155, στ. 33-696. Φουντούλη Ιω. Μ. (επιμέλεια), Εχολόγιον Δ’· Εγκαινιαστικόν, εκδ. Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος 2003.
ΠΗΓΗ: http://naxioimelistes.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου