AGGELINARAS_
Θέλω κυρίως να απευθυνθώ στους τελειόφοιτους των Σχολών Βυζαντινής Μουσικής για να τους τονίσω ότι προκειμένου να γίνει κάποιος ψάλτης και να ανταποκριθεί με επάρκεια στις απαιτήσεις του Αναλογίου δεν αρκεί η φοίτησή του σε μια Σχολή Ψαλτικής Τέχνης.
Με λύπη μου διαπιστώνω ότι ενώ ποτέ άλλοτε δεν λειτούργησαν τόσες πολλές Σχολές Βυζαντινής Μουσικής στην ελληνική Επικράτεια, ποτέ άλλοτε δεν είχαμε λιγότερους ψάλτες.
Αυτό συμβαίνει διότι οι μαθητευόμενοι παρακολουθούν μεν τα μαθήματα των Σχολών τους, δεν πλησιάζουν όμως και δεν πλαισιώνουν τα ιεροψαλτικά αναλόγια και ως εκ τούτου ούτε τις τυπικές διατάξεις των διαφόρων ιερών Ακολουθιών γνωρίζουν, αλλά ούτε και καμιά ιεροψαλτική εμπειρία αποκτούν.
Παρουσιάζονται πολλοί πτυχιούχοι, αλλά τα πτυχία τους δεν έχουν το απαιτούμενο αντίκρισμα, διότι, οι απόφοιτοι των Σχολών δεν έχουν τη απαραίτητη ιεροψαλτική τριβή, αλλά και διότι δεν συνεχίζουν να μελετούν. Έχουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι όλα θα τα μάθουν στη Σχολή στην οποία φοιτούν. Στους απόφοιτους των Σχολών μας συνιστώ να συνεχίσουν να μελετούν, να διατηρήσουν στενή επαφή με τη Σχολή τους, να συμμετέχουν σε όλες τις εκδηλώσεις της Σχολής, να είναι σεμνοί και συνεργάσιμοι. Όσοι διαθέτουν φωνητικό τάλαντο και την απαραίτητη μουσική αντίληψη πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτά είναι χαρίσματα που τους έχουν δοθεί από τη Θεία Πρόνοια και οφείλουν να τα καλλιεργήσουν και να τα επαυξήσουν προς δόξαν Θεού και εις διακονίαν της εκκλησίας. Να ψάλλουν από τα βιβλία και να μην αυτοσχεδιάζουν, να τηρούν επακριβώς τις προβλεπόμενες από το Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας τυπικές διατάξεις και να μην εφαρμόζουν συνήθειες τις οποίες δεν έχει υιοθετήσει η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κανείς δεν νομιμοποιείται να εφαρμόζει αυθαίρετες συνήθειες είτε αυτές προέρχονται από το ‘Αγιον Όρος, είτε από την Πάτμο, είτε από τα Ιεροσόλυμα, είτε από τα Μετέωρα, είτε διότι αυτό συνήθιζε ο πατήρ Ανεμπόδιστος, είτε διότι αυτό προτιμούσε ο Γέροντας Ακίνδυνος. Όπως είπε ο Χριστός: «τυφλός δε εάν τυφλόν οδηγεί, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Όσες τροποποιήσεις έχουν γίνει κατά καιρούς έγιναν με απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει για τα θέματα της θείας λατρείας. Το «ει δόξει το Προεστώτι» αφορά δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα και όχι τροποποιήσεις παγιωμένων λειτουργικών διατάξεων και από πολλών αιώνων απαρεγκλίτως εφαρμοζομένων.
Στη Σχολή μας καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια ούτως ώστε οι μαθητές να εξοικειωθούν με την παραλλαγή δηλαδή με τον τρόπο εκτέλεσης ενός μουσικού κειμένου, κατά τον οποίο αντί να ψάλλουμε τους στίχους του τροπαρίου, ψάλλουμε ονομαστικά τους φθόγγους της μουσικής κλίμακας που συνθέτουν το συγκεκριμένο μελώδημα. Η παραλλαγή αποτελεί το βασικότερο μέρος της εκμάθησης της Βυζαντινής Μουσικής. Όσοι δεν κατορθώνουν να ξεπεράσουν το φράγμα της παραλλαγής, ούτε μουσικές γνώσεις μπορούν να αποκτήσουν, ούτε και αξιόλογες επιδόσεις στην Ψαλτική Τέχνη μπορούν να σημειώσουν, γιατί θα ψάλλουν τελείως εμπειρικά και χωρίς τον απαραίτητο μουσικό οπλισμό, ο οποίος εξασφαλίζει την άρτια πρακτική και θεωρητική ψαλτική κατάρτιση. Η εξοικείωση των μικρών μαθητών, αλλά και των μεγαλυτέρων με τον κόσμο των μουσικών συμβόλων, των ήχων, των ρυθμών και των μελωδικών σχημάτων, όπως και η ενασχόλησή τους με τη γλώσσα της Εκκλησίας και τα ψαλλόμενα λειτουργικά κείμενα αποτελούν σπουδαία διανοητική άσκηση, κυρίως όμως και προπάντων μάθημα πνευματικής κατάρτισης, εκκλησιαστικού φρονήματος, λειτουργικού ήθους και συνετής αυτοπειθαρχίας.
Ένας άλλος τομέας στον οποίο επιμένουμε είναι οι μαθητές μας να χρησιμοποιούν τις εγκεκριμένες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο μουσικές εκδόσεις και όχι οτιδήποτε έχει κατά καιρούς εκδοθεί από ιεροψάλτες και μουσικοδιδασκάλους που δεν ακολουθούν την Ψαλτική παράδοση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας .
Η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου με πρόσφατη απόφασή της «απορρίπτει, καταδικάζει και καταγγέλλει κάθε ενέργειαν αλλοιώσεως, παραποιήσεως και παραχαράξεως αρχαίων μουσικών έργων, μουσουργών επισήμως ανεγνωρισμένων υπό της Μητρός Εκκλησίας και ως μουσικόν σύστημα εν τη Εκκλησιαστική ημών μουσική αναγνωρίζει, εφαρμόζει και διδάσκει κατά την θεωρίαν, την πράξιν και την παράδοσιν το εν έτεσιν 1812-1814 υπό των τριών Διδασκάλων, Χρυσάνθου Μητροπολίτου Προύσης, Γρηγορίου Πρωτοψάλτου και Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, ως «Νέαν Μέθοδον Αναλυτικής σημειογραφίας των μουσικών μελών», θεμελιωθέν και υπό της Μητρός Εκκλησίας εγκριθέν! Εν τοις Πατριαρχείοις τη 28 Μαΐου 2012».
Είναι γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες η παραδοσιακή Ψαλτική Τέχνη αλλοιώθηκε από αυθαίρετες διασκευές, από φλύαρες κακόρρυθμες και θεατρικές «ερμηνείες(;)», πολλών μουσικοδιδασκάλων, οι οποίοι με εκδόσεις μουσικών βιβλίων και με ηχογραφήσεις προσωπικών συνθέσεων, προσπαθούν να επιβάλλουν ο καθένας τον ιδικό του τρόπο αποδόσεως των τροπαρίων, διαστρεβλώνοντας τα πρωτότυπα βυζαντινά μελωδήματα και εισάγοντας «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς αιδώ» στην Ψαλτική Τέχνη τραγουδιστικά τσακίσματα, χορευτικούς ρυθμούς, ανατολίτικες και δυτικότροπες μελωδίες ασυμβίβαστες προς τη σοβαρότητα και την ιεροπρέπεια της Θείας Λατρείας. Ανάγκη πάσα να επανέλθει στη Ψαλτική Τέχνη ο σεβασμός προς τα καθιερωμένα βυζαντινά μελωδήματα.
Σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν να γίνεται αλλαγή ήχου στα Απολυτίκια, τα Κοντάκια, τα Προσόμοια, τους Κανόνες, τα Αντίφωνα, τα ιδιόμελα και τα Δοξαστικά, Το προσόμοιο «Χορός Αγγελικός» όταν ψάλλεται ως Κάθισμα ψάλλεται σύμφωνα με το Προσόμοιο «Τον Τάφον σου Σωτήρ», ενώ όταν ψάλλεται ως Απολυτίκιο, τότε αποδίδεται σύμφωνα με τα απολυτίκια του πρώτου ήχου. Το Προσόμοιο «Κατεπλάγη Ιωσήφ» όταν ψάλλεται ως Κάθισμα, ακολουθεί τον μουσικό δρόμο του πλαγίου δευτέρου ήχου (Νενανώ). Όταν όμως επέχει θέση Απολυτικίου, τότε ψάλλεται όπως ψάλλονται όλα τα Απολυτίκια του τετάρτου ήχου .
Το μέτρο συγκρίσεως και το σημείον αναφοράς είναι το ύφος και το ήθος της Ψαλτικής παραδόσεως της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, όπως είναι καταγεγραμμένη στα μουσικά βιβλία με την πατριαρχική σφραγίδα.
Οι κοσμικού τύπου ψαλμωδίες των Αθηναϊκών Ωδείων, τα ιταλικού τύπου μπελ – κάντο Σακελλαρίδεια πριμοσεκοντάκια, τα δημοτικοφανή οργανικά γυρίσματα της Σχολής του Σίμωνος Καρά, οι δυτικότροπες αρμονίες και οι αναφομοίωτες απομιμήσεις λαϊκών ασμάτων των Μοναχών της ιεράς μονής Σίμωνος Πέτρας αλλοτριώνουν το χαρακτήρα της παραδοσιακής Ψαλτικής Τέχνης η οποία ως απλή χρωστική ουσία υπογραμμίζει τα υψηλά θεολογικά νοήματα της βυζαντινής μελουργίας. Ευτυχώς, υπάρχουν και οι Συνοδείες των Μοναχών Δανιηλαίων και Θωμάδων που διατηρούν ανόθευτο το απλό, σεμνό, απέριττο και όντως εκκλησιαστικό παλαιό αγιορείτικο ύφος, αυτό που εθαύμαζαν και συνιστούσαν εκθύμως οι κορυφαίοι διηγηματογράφοι και της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως υπέρμαχοι, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης.
Στην εκκλησία δεν ψάλλουμε ακρίτως και αβασανίστως ο,τιδήποτε έχει δημοσιευθεί. Ο ψάλτης οφείλει να έχει ορθό μουσικό κριτήριο και να γνωρίζει τι ψάλλεται και πώς πρέπει να ψάλλεται. Είναι απαράδεκτο τα θριαμβικά και χαρμόσυνα Αναστάσιμα τροπάρια να αποδίδονται ωσάν να επρόκειτο για τη θρηνωδία του Σουλτάν Σελίμ, την οποία τραγουδούσε ή μάλλον μοιρολογούσε στη μεγάλη του δυστυχία όταν τον εξενθρόνισαν και τον εφυλάκισαν. «Ω, ματαιότης κόσμου. Ω, ριζικόν δικόν μου. Εχθές επί του θρόνου, σήμερον μένω μόνος. Εις φυλακήν εμβαίνω, τον θάνατον προσμένω».
Η Βυζαντινή εικονογραφία και η Ψαλτική Τέχνη αποτελούν μαθήματα θεολογικής καταρτίσεως. Επάνω στους εικονογραφικούς τύπους στους συμβολισμούς των χρωμάτων, στα μελωδικά σχήματα και τις τυπικές λειτουργικές διατάξεις σαρκώνεται το πνεύμα της θεολογίας για να γίνει κατανοητό από το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Ο τύπος έχει και αυτός τη σημασία του και το ιδιαίτερο νόημά του. Η θεωρία δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί εάν δεν αποτυπωθεί επάνω σε εκφραστικά σχήματα και εάν δεν επαληθευθεί με συγκεκριμένα παραδείγματα. Η ψαλμωδία δεν είναι διασκεδαστική. Πρέπει να ενισχύει την προσευχητική διάθεση των πιστών και να προκαλεί την κατάνυξη, την πνευματική ανάταση, τη βαθιά συναισθηματική συγκίνηση, την ηρεμία, την πραότητα και τη γαλήνη της ψυχής.
ΠΗΓΗ: http://ikoukouzelis.com/archives/2724