Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

H γλώσσα του «θαύματος» ...



.... και η γλώσσα της Γιορτής
Του Χρήστου Γιανναρά
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα: διαγγέλματα θρησκευτικών αξιωματούχων, πλημμυρίδα μεγαλόστομων κηρυγμάτων, διαρροϊκός πληθωρισμός στερεοτύπων. Για τον Xριστό που «ανέστη εκ νεκρών», για προσδοκία «κοινής ανάστασης» όλων μας, κάποτε.
Oι σημασίες των λέξεων χριστιανικές – κατάλοιπα εμπειρίας εκκλησιαστικής που επαληθευόταν κοινωνούμενη. Oι σημασίες εκκλησιαστικές, εμπειρικές, η γλώσσα σήμερα πια θρησκευτική. Που θα πει: γλώσσα της ιδεολογίας, του προπαγανδισμού ατομικών «πεποιθήσεων», στερεότυπα ακοινώνητων σημαινομένων. Γι’ αυτό και μεταγγίζεται παγωνιά, παγιώνεται η αδιαφορία. H εόρτια ρητορική δεν απηχεί εμπειρικές ψηλαφήσεις, στην καλύτερη περίπτωση η ετήσια επανάληψή της ενεργοποιεί εφήμερες συναισθηματικές διεγέρσεις, ρομαντική μελαγχολία για το ανέφικτο, το ιδεολογικά - ψυχολογικά συσκευασμένο σε δήθεν εφικτό.
H θρησκευτική γλώσσα, η εόρτια, μιλάει για την «ανάσταση» σαν «θαύμα»: Θαύμα λέμε το «υπερφυσικό» γεγονός που σημαίνεται και κατανοείται με τους όρους της φύσης αλλά προϋποθέτει ανεξήγητα καταργημένη τη φυσική νομοτέλεια – είναι η παρέμβαση άγνωστης δύναμης και εξουσίας που εξασφαλίζει στη φυσική ύπαρξη έκτακτες υπαρκτικές προνομίες. «Aνάσταση» σημαίνει στη θρησκευτική γλώσσα ότι ένα φυσικό άτομο πεθαμένο νεκρό, ξαναζωντανεύει και συνεχίζει να ζει ως φυσικό άτομο. Kαι «κοινή ανάσταση», στην ίδια γλώσσα σημαίνει: Oλοι οι άνθρωποι, όλα τα φυσικά άτομα του είδους, ξαναζωντανεύουν, ύστερα από οποιασδήποτε διάρκειας παραμονή στη φυσική ανυπαρξία, και συνεχίζουν να υπάρχουν σε γραμμικό χρόνο ατελεύτητο. (Bέβαια, αυτή η αναγκαστικά παρατεινόμενη επ’ άπειρον ύπαρξη, συνειδητοποιημένη, συνιστά εφιάλτη, όχι σωτηρία).
H εκκλησιαστική γλώσσα και μαρτυρία, ασύμβατη και ασύμπτωτη με τη θρησκευτική, εκφράζει (και προϋποθέτει) μια ριζικά διαφορετική οντολογία, μιαν άλλη πρόταση ερμηνείας του υπαρκτού: H πραγματικότητα δεν είναι ένα σύνολο ατομικών οντοτήτων, είναι ένα σύνολο ενεργούμενων σχέσεων. Στην περίπτωση του ανθρώπου, η φυσική του ύπαρξη ως ατόμου διακρίνεται αριθμητικά με τη διαφορά μιας μονάδας (αριθμού Δελτίου Tαυτότητας, AΦM, κ.τ.ο.), αλλά ένας άνθρωπος γνωρίζεται (μας γίνεται γνωστή η υπαρκτική του ετερότητα, η μοναδικότητα και ανομοιότητα –το ανεπανάληπτο– της ύπαρξής του) μόνο με την εμπειρία της άμεσης σχέσης μαζί του. Kαι η σχέση, στην οντολογική αυτή προοπτική, δεν είναι μόνο ο τρόπος της γνωστικής επαλήθευσης, είναι και ο τρόπος της ύπαρξης. Tρόπος κατ’ αναγκαιότητα σχέσεων ή τρόπος ελευθερίας σχέσεων: αυθυπερβατικού έρωτα.
H εκκλησιαστική γλώσσα δεν σερβίρει «πεποιθήσεις», ατομική (νοητική και ψυχολογική) σιγουριά. Kαλεί, αυτό μόνο, σε εμπειρική ψηλάφηση και κοινωνούμενη μετοχή μιας υπαρκτικής δυνατότητας: «Aνάσταση» στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει την ελεύθερη κατάκτηση μιας προσφερόμενης μετάβασης από τον «τρόπο» της αναγκαιότητας στον «τρόπο» της υπαρκτικής ελευθερίας: Nα υπάρχεις, όχι επειδή κατά φυσική αναγκαιότητα οι φυσικοί σου γεννήτορες σε έφεραν στην ύπαρξη, αλλά να υπάρχεις επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς. H αγάπη, ελευθερία της κοινωνούμενης ύπαρξης, είναι η ολοκληρία των υπαρκτικών δυνατοτήτων, το πλήρωμα του υπάρχειν – δηλαδή το πραγματικό νόημα της ελληνικής λέξης «σωτηρία» (: από το ρήμα «σώζω - σώζομαι» που θα πει: γίνομαι «σώος», ακέραιος, φθάνω στην πληρότητα των δυνατοτήτων του υπάρχειν).
Tην Eκκλησία τη συγκροτεί η αυθυπέρβαση του ατόμου, η εκ-σταση (έξω-ίσταμαι) από τις αναγκαιότητες της φύσης, η είσοδος στο άθλημα της «σχέσης», στην ελευθερία της αγάπης. Oχι να υπάρχω και επιπλέον να αγαπώ – τότε η αγάπη είναι απλώς κατόρθωμα συμπεριφοράς. Aλλά να υπάρχω επειδή αγαπώ και στο ποσοστό που αγαπώ – τότε η αγάπη γίνεται υπαρκτική μετάβαση από την ανελευθερία των αναγκαιοτήτων που διέπουν το φυσικό άτομο στην ελευθερία που ορίζει το «πρόσωπο», δηλαδή την ύπαρξη ως σχέση.
Tο πέρασμα («πάσχα») από το άτομο στο πρόσωπο είναι τόσο κατόρθωμα ελευθερίας όσο και δώρο –«χάρις»–χάρισμα– όπως συμβαίνει σε κάθε αληθινό αυθυπερβατικό έρωτα. H ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι απλώς βουλητική, των προθέσεων, αλλά πράξη κοινωνούμενη - μετεχόμενη, έμπρακτη ανταπόκριση («άσκηση») στην ερωτική κλήση που μας κάλεσε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Eίμαστε όντα λογικά, επειδή είμαστε όντα εκ-στατικά, δηλαδή ερωτικά: υπάρξεις «προσωπικές» που πραγματώνουμε το είναι ως σχέση – ως ελευθερία κατάφασης ή άρνησης της αγαπητικής, ιδρυτικής του είναι μας κλήσης.
H Γιορτή είναι γλώσσα του «τρόπου» να καταφάσκεται ο έρωτας, η ελευθερία από το δεδομένο της ύπαρξης και τις ενορμητικές αναγκαιότητες – είναι η γλώσσα της Eκκλησίας. Διδαχές, ηθικολογίες, ιδεολογήματα, είναι η γλώσσα της εμμονής στη φυσική ανάγκη, στον νομοτελειακό ατομοκεντρισμό της φύσης – είναι η γλώσσα της θρησκείας. Aυτό που ευαγγελίζεται η Eκκλησία δεν χωράει σε κηρύγματα, γνωρίζεται μόνο με τη μετοχή στη Γιορτή. Kάθε Γιορτή της Eκκλησίας είναι κάλεσμα στο «πάσχα» – πέρασμα από την ανέκκλητη θνητότητα στην πανήγυρη που γίνεται η ζωή όταν υπάρχεις επειδή αγαπάς.
Ως γλώσσα του ερωτικού «τρόπου» η Γιορτή κάνει την ανάμνηση Γεγονός –«τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν»: Ξαναζήστε τη ζωή εξ υπαρχής, ως ελευθερία, όχι ως ανεπίλεκτη αναγκαιότητα, ζήστε την προϋπόθεση της ζωής, τη λήψη της τροφής (το ψωμί και το κρασί) ως χαρά κοινωνίας της ζωής, όχι ως εγωτική αυτοσυντήρηση. H Γιορτή σαρκώνεται σε ένα δείπνο, εκεί ψηλαφούμε τη ζωή που βεβαιώνεται αναστημένη όταν προσφέρεται να κοινωνηθεί – «βρώσις και πόσις». Bεβαιώνεται η ενανθρώπιση του Λόγου ως δυνατότητα ψηλάφησης της ελευθερίας του να υπάρχει όχι αναγκαστικά επειδή είναι Θεός, αλλά αυτοπροαίρετα επειδή είναι ο Yιός. Mε τα υπαρκτικά δεδομένα του θνητού ανθρώπου πραγματώνει τον «τρόπο» της ελευθερίας του Aκτίστου: μεταποιεί τον θάνατο σε κορυφαία ερωτική αυταπάρνηση, απάρνηση του ατομοκεντρισμού της κτιστότητας. Aνοίγει την οδό σε κάθε άνθρωπο να πραγματώσει την ύπαρξη ως ελευθερία αγαπητικής αυτοπροσφοράς.
«Διά την ερωτικήν αυτού παραφοράν» η Eκκλησία αναγνωρίζει τον ένσαρκο Λόγο ως «Nυμφίο», «εραστήν μανικώτατον» κάθε ανθρώπου. Oτι αυτός ημών ηράσθη πρώτος, ημών εχθρών και πολεμίων υπαρχόντων. Kαι ουκ ηράσθη μόνον, αλλά και ητιμάσθη υπέρ ημών και εραπίσθη και εσταυρώθη και εν νεκροίς ελογίσθη. Kαι διά τούτων απάντων τον περί ημάς αυτού παρέστησεν έρωτα».
H Aνάσταση δεν είναι «θαύμα» φακιρικό. Προσφέρεται σε εμπειρική επαλήθευση ως υπαρκτική δυνατότητα: ερωτική ανταπόκριση σε έρωτα μανικό. Nα υπάρχει και ο άνθρωπος επειδή θέλει να υπάρχει, και να θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει.

 ΠΗΓΗ:http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_04/05/2013_497303

 Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνη

α) Ο Σταυρός οδηγεί στην Ανάσταση, η Μεγάλη Παρασκευή κυοφορεί την λαμπρο­φό­ρο Κυριακή του Πάσχα. Τη λύπη, την αθυμία και την απόγνωση δια­δέ­­χεται η χαρά και ειρήνη της αναστάσεως. Χωρίς τον Σταυρό δεν νο­εί­ται Α­νά­σταση και χω­ρίς Ανάσταση δεν έχει νόημα ο Σταυρός. ΄Η καλύτερα στο Σταυρό κρύπτεται η Ανάσταση. Γι’ αυτό και το ορ­θό­δο­ξο Πά­σχα εί­ναι σταυ­­­ροαναστάσιμο. Και κάθε άν­θρω­πος μετέχει ολόσωμα και ολόψυχα στη μεγάλη εορ­τή της πίστης και της συ­νά­ντη­σης με τον Ανα­στημένο Κύ­ριο. Η συμπόρευση και η συσταύρωση με Αυτόν τον καθιστά μέτοχο του θείου φω­τός και τον φέρνει σε πραγ­ματική κοινωνία με τους εν Χριστώ αδελ­φούς.
β) Ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο ευαγγέλιο της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας (Ιωάν. 1,1-17) αναφέρει ό­­τι ο Λό­γος του Θε­ού έγινε άνθρωπος. Προσέλαβε ανθρώπινη σάρκα και σκήνωσε α­νά­μεσα στους ανθρώπους, φανερώνοντας έτσι τη θεϊκή Του δόξα. Είναι το φως το α­λη­­­θινό, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχε­ται στον κό­σμο. Για να αναγνωρίσει ό­μως ο άνθρωπος τη θεϊκή παρουσία, χρειάζεται κα­ταρ­χήν να έ­χει οικειωθεί το θείο φως δια του βαπτίσματος στο όνομα του Τριαδικού Θε­ού. Οπότε η ένταξη στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία και η μέθεξη των ιερών μυστηρίων τον καθιστά δεκτικό του θείου φωτισμού.
γ) Παράλληλα απαιτείται και η διαρκής ανθρώπινη συναίνεση και προσπάθεια δια της ασκήσεως. «Καθαρθώμεν τας αι­σθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της α­­­να­στά­σε­ως», ψάλλει ο ιερός υμ­νω­δός. Σε αυτό συμβάλλει και η νηστεία, η μετά­νοι­α, η εγκράτεια, η εσωτερική συντριβή αλλά και η έμπρακτη άσκηση της αγάπης. Ορι­σμέ­νοι βλέπουν τον Χριστό μόνο ως Θεό, ενώ άλλοι τον βλέπουν μόνο ως άνθρωπο. Οι πρώτοι τον τοποθετούν τόσο ψηλά που δεν τον φτάνουν. Οι δεύτεροι τον απο­γυμνώ­­νουν από τη θεότητα, στερώντας ουσιαστικά στον άνθρωπο τη δυνατότητα να γί­νει θεός κατά χά­ριν και να υπερβεί τη φθορά και το θάνατο.
δ) Ο Χριστός όμως ως θεάνθρωπος ανοίγει την οδό της νίκης εναντίον του θα­νάτου και γίνεται «πρωτότοκος εκ των νεκρών». Την πορεία αυτή μπορεί να ακο­λου­θήσει και ο Χριστιανός. Σταυρώνει τα πάθη του, για να συναναστηθεί με τον Χριστό. Πεθαίνει δια της μετανοίας και των δακρύων για τη ζωή της αμαρτίας, και γεύεται από την παρούσα ζωή τα αγαθά της ανάστασης. Τηρεί φιλότιμα τις θείες εντολές και οι­κει­ώ­νε­ται τις αρετές, που τον ελευθερώνουν από τη φθορά και τον θάνατο. «Θά­να­τος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6,9).
ε) Το φως της αναστάσεως εκχέεται πλουσιοπάροχα στον κόσμο. Απαιτούνται όμως καθαρά αισθητήρια και καθαροί οφθαλμοί, για να αναγνωρίσουν την ενέργεια του αναστάσιμου φωτός. Συχνά η πνευματική τύφλωση εμποδίζει αυτή την κοινωνία. Αλ­λά κατά την αναστάσιμη ημέρα της Λαμπρής όλοι αισθάνονται, έστω αμυδρά, μια αχτίδα του θείου φω­τός να φωτίζει το νου και την καρδιά τους. Στη ορθόδοξη ανατολική παράδοση, παρά την αλλοτρίωση, διασώζονται ακόμη και λαϊκά έθιμα που δηλώνουν ότι οι άνθρωποι δεν έχουν λησμονήσει παντελώς το φως της βαπτίσεώς τους. Η λαμπάδα, ο ανα­στά­σι­μος χαι­ρε­τι­σμός, το κοινό τραπέζι, ο εν Χριστώ ασπα­σμός της αγάπης, η επίσκεψη στα μνή­μα­τα κ.ά. είναι ορισμένα από αυτά.
στ) Η αναστάσιμη λαμπάδα, που σύμφωνα με το έθιμο είναι δώρο του νουνού, λιώνει, λάμπει και φωτίζει, παραπέμποντας στο σταυροαναστάσιμο χριστιανικό ήθος. Επίσης ο χαιρετισμός «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη», που σε ορισμένα μέρη αντικα­θι­στά κάθε άλλο χαιρετισμό για σαράντα ημέρες είναι εκφραστικός του ανα­στάσιμου βιώματος. Αλλά και η επίσκεψη στα μνήματα των κε­κοιμημένων τις άγιες αυ­τές ημέρες δείχνει την πίστη του λαού, ότι Ανάσταση του Χριστού αναψύχει τις ψυ­χές τους και αποτελεί πρόκριμα για την ανάσταση ολόκληρου ανθρω­πί­νου γένους.
ζ) Εκείνο όμως που αποτελεί την κορύφωση της προσπάθειας του ανθρώπου να γίνει κοινωνός του πάθους και της Ανάστασης του Κυρίου είναι η εσωτερική ανάγκη για συμμετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αρκεί αυτή να γίνεται με­τά «καθαρού συνειδότος», «πεφωτισμένης καρδίας» και αγάπης προς το συ­νάν­θρω­πο. Τότε σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο «όλοι απολαμβάνουν το συ­μπό­σιο της πίστεως. ΄Ολοι γεύονται τον πλούτο της χρηστότητας. Κανείς δεν θρηνεί για την πνευματική του πενία, διότι φανερώθηκε η κοινή βασιλεία. Κανείς δεν οδύρεται για τα πταίσματά του, διότι συγγνώμη από τον τάφο ανέτειλε. Κανείς δεν φοβάται τον θάνατο, γιατί μας ελευθέρωσε του Σωτήρος ο θάνατος. Αναστήθηκε ο Χριστός, και χαίρουν οι άγγελοι. Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή βασιλεύει». Υπερβαίνεται ο νόμος, και η χάρη πλημμυρίζει τις καρδιές των ανθρώπων!
ΠΗΓΗ:http://www.pemptousia.gr

Ο Εορτασμός του Πάσχα


… Παρά τη συμβατικότητα όμως των ημερολογίων και της μετρήσεως του χρόνου στη χριστιανική συνείδηση, ο χρονολογικός προσδιορισμός επηρέασε και τη χριστιανική κοινωνία σε σημαντικά θεολογικά θέματα, όπως ο εορτασμός του Πάσχα. Το χριστιανικό Πάσχα, συνδεόμενο τυπολογικά με το ιουδαϊκό (πασχάλιος αμνός – «εσφαγμένον αρνίον/Χριστός»· πρβλ. Αποκ. 5, 12), καθιερώθηκε από τους Αποστόλους για την «ανάμνηση» της σταυρικής θυσίας του Χριστού.
Το περιεχόμενο όμως της εορτής και η ημέρα του εορτασμού της προκάλεσε σοβαρά προβλήματα. Οι ιουδαΐζοντες χριστιανοί τόνιζαν το γεγονός της Σταυρώσεως και γιόρταζαν τη 14η του μηνός Νισάν μαζί με τους Εβραίους (τεσσαρεσκαιδεκατίτες) της Μ. Ασίας. Αντίθετα, οι Εξ Εθνών Χριστιανοί τόνιζαν την Ανάσταση του Χριστού και συνέδεσαν το Πάσχα με την Κυριακή, την αναστάσιμη ημέρα της εβδομάδας, μετά τη 14η Νισάν, για να μη συμπίπτει με το ιουδαϊκό Πάσχα. Το 2ο αιώνα, το ζήτημα έλαβε τη μορφή έριδας μεταξύ των Εκκλησιών Ρώμης και Μικρασίας, διότι και οι δύο πλευρές είχαν τους υποστηρικτές τους. Βέβαια, η έρις δεν οδήγησε σε σχίσμα με την επέμβαση φωτισμένων Ποιμένων (Ανίκητος Ρώμης, Πολύκαρπος Σμύρνης, Ειρηναίος Λουγδούνου κ.ά.), αλλά τη λύση του ζητήματος έδωσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325), ορίζοντας τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την (πρώτη) πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, ώστε να μη συμπίπτει ποτέ με το εβραϊκό, αφού «το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη (θυσιάστηκε) Χριστός (Α΄ Κορ. 5, 7)». Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας (η πόλη είχε παράδοση στην αστρονομική επιστήμη λόγω των εκεί Ελλήνων αστρονόμων) ανέλαβε να αναγγέλλει κάθε χρόνο στη χριστιανική οικουμένη την ημερομηνία του Πάσχα. Για τον υπολογισμό, συνεπώς, της ημερομηνίας του Πάσχα χρειάζεται ο υπολογισμός της ημερομηνίας της πρώτης εαρινής πανσελήνου. Έτσι, η χριστιανική κοινωνία ακολουθεί και εδώ τον επιστημονικό καθορισμό της εαρινής ισημερίας. Ο Διονύσιος ο Μικρός δέχτηκε ως πρώτη εαρινή πανσέληνο εκείνη που ακολουθεί την 20ή Μαρτίου και συνεπώς τον εορτασμό του Πάσχα μεταξύ 22ας Μαρτίου και 25ης Απριλίου. Από τον 7ο αιώνα άρχισαν να συντάσσονται ειδικοί πίνακες, τα Πασχάλια, που καθορίζουν την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα σε μακρά σειρά ετών. Η λαϊκή έκφραση «έχασα τα πασχάλια» σημαίνει σύγχυση στον προσδιορισμό κάποιου πράγματος και αρχίζει με τις διαφοροποιήσεις στην ημερομηνία του Πάσχα.
Τα Πασχάλια επικράτησε να συντάσσονται με βάση το ιουλιανό ημερολόγιο, στο οποίο στηρίχθηκε και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος. Το ημερολόγιο όμως αυτό παρουσιάζει ατέλειες, ένα σφάλμα δηλαδή 0,008 ημέρας κατ’ έτος. Το 1582, επί πάπα Ρώμης Γρηγορίου ΙΓ΄, το σφάλμα είχε εκταθεί στις δέκα ημέρες. Έτσι, η εαρινή ισημερία συνέπιπτε με την 11η Μαρτίου. Την ατέλεια αυτή είχε διακριβώσει η Σύνοδος του Τριδέντου (Trento), το 1545, και αποφάσισε τη διόρθωση του λάθους. Το έργο αυτό ανέλαβε τελικά ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ (1572-1585) με τη συνεργασία του ιησουίτη αστρονόμου Χριστοφόρου Κλάβιους (1537-1612 και με βάση τις προτάσεις του αστρονόμου Λουίτζι Λίλιο (L. Lilio, +1576). Η σχετική παπική βούλα εμφανίστηκε το Φεβρουάριο του 1582. Η εαρινή ισημερία επαναφέρθηκε στις 21 Μαρτίου, έγινε δε αποδεκτή η διάρκεια του έτους των 365,2422 ημερών, που οδηγεί σε σφάλμα 3,12 ημερών σε διάστημα τετρακοσίων ετών. Έτσι προέκυψε η αναγνώριση ως δισέκτου του τελευταίου έτους κάθε τέταρτου αιώνα , δηλαδή του έτους που διαιρείται ακριβώς με το 400. Ενώ λοιπόν τα έτη 1700, 1800 και 1900 δεν ήταν δίσεκτα, το τελευταίο έτος του 20ού αιώνα, το 2000, ήταν δίσεκτο. Η παπική βούλα θέσπισε κανόνες και για τον εορτασμό του Πάσχα και επέβαλε την 1η Ιανουαρίου ως αρχή του έτους.
Στη συνάφεια, όμως, αυτή πρέπει να σταθούμε λίγο στον προσδιορισμό των ισημεριών, διότι είναι το επίκεντρο του προβληματισμού, που οδήγησε στη διαφορά Ανατολής και Δύσης για τον εορτασμό του Πάσχα. Με το ιουλιανό ημερολόγιο, λόγω της ελλειπτικής τροχιάς της Γης, διαφοροποιείται στη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους η διάρκεια ημέρας και νύχτας, έως τις 6 ώρες. όταν η ημέρα έχει 9 ώρες, η νύχτα έχει 15 και αντίστροφα. Δύο φορές όμως το χρόνο συμπίπτει ημέρα και νύχτα να έχουν ίσες ώρες (12). Αυτό ονομάζεται ισημερία. Με το ιουλιανό ημερολόγιο οι ισημερίες συνέπιπταν στην εποχή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου την 21η Μαρτίου και την 21η Σεπτεμβρίου, ώστε το έτος 1923 να φθάσουν αντίστοιχα στις 8 Μαρτίου και 8 Σεπτεμβρίου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή η διόρθωση του ημερολογίου έγινε με πρωτοβουλία του Πάπα, επέμεινε στον υπολογισμό του Πάσχα με αφετηρία την 20ή Μαρτίου κατά το ιουλιανό ημερολόγιο. Την ίδια ημέρα δέχεται ως αφετηρία και ο δυτικός χριστιανισμός, αλλά με βάση το νέο γρηγοριανό ημερολόγιο. Έτσι, όταν στη Δύση γίνεται λόγος σήμερα για εαρινή ισημερία, εννοείται ημερομηνία που προηγείται κατά 13 ημέρες του υπολογισμού της ανατολικής χριστιανοσύνης. Σε περίπτωση που η (πρώτη) πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία συμπίπτει, τότε υπάρχει σύμπτωση και στην ημέρα του Πάσχα. Αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια.
Βέβαια, πρέπει να λεχθεί ότι πρώτοι οι Έλληνες του Βυζαντίου είχαν επισημάνει τις ατέλειες του ιουλιανού ημερολογίου και πρότειναν την αντικατάστασή του. Το 1324 ο Βυζαντινός λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς, ασχολούμενος με τις θετικές επιστήμες, πρότεινε τη διόρθωση του ημερολογίου, που όμως δεν έγινε δεκτή «διά τον φόβον συγχύσεως των αμαθών και μερισμού της Εκκλησίας». Το 1450 ο φιλόσοφος Γ. Πλήθων-Γεμιστός συνέταξε ημερολόγιο δικής του εμπνεύσεως, που αν εφαρμοζόταν, δεν θα χρειαζόταν η γρηγοριανή μεταρρύθμιση (Alexandre, Γάλλος ακαδημαϊκός).
Η Ορθόδοξη Εκκλησία κινούμενη στο πνεύμα της εποχής, αλλά και λόγω του παπικού κινδύνου, το 1583 και το 1593 (σύνοδος επί πατριάρχου Ιερεμίου Β΄) απέρριψε το γρηγοριανό ημερολόγιο (κανόνας Η΄), λόγω του ότι αθετήθηκε η απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και του Ζ΄ Αποστολικού Κανόνα, που απαγορεύει το συνεορτασμό χριστιανικού και εβραϊκού Πάσχα. Άλλωστε και σ’ αυτή τη Δύση προοδευτικά έγινε δεκτό το γρηγοριανό ημερολόγιο. Η Βρετανία το δέχτηκε το 1752, η Σουηδία το 1753 και η Γερμανία το 1776, λόγω διαφορών στον καθορισμό του Πάσχα. Όταν όμως οι κίνδυνοι προσηλυτισμού φάνηκαν να υποχωρούν, η Ορθόδοξη Ανατολή άρχισε να σκέφτεται την αντικατάσταση του ιουλιανού ημερολογίου. Έτσι, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄, το 1895, εξέφραζε «πόθους και ευχάς υπέρ ενός ενιαίου ημερολογίου δι’ άπαντας τους χριστιανικούς λαούς». Ενέργειες, δε, θετικές είχε αναλάβει με την εγκύκλιό του το 1902 και ο μεγάλος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄. Και η Εκκλησία της Ελλάδος ανέθεσε το 1919 το ζήτημα σε επιτροπή, η οποία θεώρησε δυνατή τη μεταβολή «μετά συνεννόησιν πασών των αυτοκεφάλων». Με αναμονή της συνεννόησης αποφάσισε να μείνει πιστή εορτολογικά στο ιουλιανό ημερολόγιο, η δε πολιτεία να προχωρήσει πολιτικά στην καθιέρωση του νέου ημερολογίου, πράγμα που έγινε την 1η Μαρτίου 1923. Οι πρακτικές δυσκολίες, όμως, των δύο ημερολογίων οδήγησαν και την Εκκλησία της Ελλάδος στην αποδοχή και εορτολογικά του νέου ημερολογίου, χωρίς όμως να θιγεί το Πασχάλιο. Η αλλαγή έγινε στις 10 Μαρτίου του 1924, που χαρακτηρίστηκε ως 23η Μαρτίου. Οι Εκκλησίες Ιεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας, μέχρι πρόσφατα δε και της Βουλγαρίας και το Άγιον Όρος διατήρησαν και εορτολογικά το ιουλιανό ημερολόγιο, δεν διέκοψαν όμως την εκκλησιαστική κοινωνία με τις Εκκλησίες που αποδέχθηκαν το νέο.
Το παράδειγμα των παλαιών τεσσαρεσκαιδεκατιτών ακολούθησαν το 1924 οι Παλαιοημερολογίτες της Ελλάδας και έτσι δημιουργήθηκε το «παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα», που οδήγησε σε σχίσμα, ανοικτή πληγή στο εκκλησιαστικό σώμα της Ελλάδας. Στην υπόθεση όμως αυτή δεν βάρυνε η επιστημονικά επιβαλλόμενη μεταβολή, αλλά η αλλαγή του εορτολογίου, η οποία σύμφωνα με την ενωτικού περιεχομένου εγκύκλιο (διάγγελμα) του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1920, θα γινόταν για τη διευκόλυνση του Οικουμενισμού («προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών»). Άρα το πράγμα ελάμβανε όχι επιστημονική, αλλά σαφώς εκκλησιολογική διάσταση. Οι συνέπειες, όμως, υπερβαίνουν τα όρια αυτού του σημειώματος.
Η ευρύτερη αναζήτηση των χριστιανών, στα όρια του οικουμενικού διαλόγου, για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα και την εφαρμογή συνεπώς κοινού διαχριστιανικά ημερολογίου, που συζητείται στις τελευταίες δεκαετίες, θα οδηγήσει σε νέες περιπέτειες, πόσο μάλλον αν αυτό συνδυαστεί και με την αποδοχή από την ορθόδοξη πλευρά, όπως προτείνεται, σταθερής Κυριακής για τον εορτασμό του Πάσχα, με αθέτηση και απόρριψη των αποφάσεων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που είναι απαράβατες για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Απόσπασμα από το άρθρο “Χριστιανική χρονολογία”, στο Ένθετο της εφημ. Ελευθεροτυπία “Ιστορικά”, τχ. 64, 4-1-2001, σ. 38-41.\
ΠΗΓΗ:http://www.pemptousia.gr/

Πάσχα στην Πάτμο

ΠΑΤΜΟΣ-ντοκουμεντο


ΤΟ ΒΙΝΤΕΑΚΙ ΑΥΤΟ ΓΥΡΙΣΤΙΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΤ
 ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΜΕΤΑΞΥ 71-ΜΕ 1973  
   

Πατριαρχική Ἀπόδειξις


          

Πατριαρχική Ἀπόδειξις ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα 2013

Ἀριθμ. Πρωτ. 388


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα εὐσεβῆ καὶ φιλόθεα τῆς Ἐκκλησίας,

Χριστὸς Ἀνέστη!

Ἡ ἀναγγελία τῆς Ἀναστάσεως ὑπὸ τῶν Μυροφόρων πρὸς τοὺς Μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ ἐθεωρήθη ὑπὸ αὐτῶν παραλήρημα. Καὶ ὅμως ἡ εἴδησις, ἡ ἐκληφθεῖσα ὡς παραλήρημα, ἐβεβαιώθη ὡς Ἀ λ ή θ ε ι α. Ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς ἐνεφανίσθη εἰς τοὺς Μαθητὰς Του ἐπανειλημμένως.
Εἰς τὴν ἐποχήν μας τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως ἀκούεται καὶ πάλιν ὡς παραλήρημα διὰ τοὺς ὀρθολογιστάς. Ἐν τούτοις, οἱ πιστοὶ ὄχι μόνον πιστεύομεν, ἀλλὰ καὶ βιοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν ὡς γ ε γ ο ν ὸ ς ἀληθέστατον. Τὴν μαρτυρίαν μας ἐπισφραγίζομεν, ἐὰν χρειασθῇ, διὰ τῆς θυσίας τῆς ζωῆς μας, διότι ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι ὑπερβαίνομεν τὸν θάνατον καὶ ἀπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὸν φόβον αὐτοῦ. Τὸ στόμα μας εἶναι πλῆρες χαρᾶς ἐν τῷ λέγειν Ἀ ν έ σ τ η  ὁ  Κ ύ ρ ι ο ς. Οἱ Ἅγιοί μας, κατὰ κόσμον νεκροί, ζοῦν μεταξύ μας, ἀπαντοῦν εἰς τὰ αἰτήματά μας. Ὁ μεταθανάτιος κόσμος εἶναι ἀληθέστερος τοῦ προθανατίου. Ὁ Χριστὸς ἀνέστη καὶ ζῇ μεταξὺ ἡμῶν. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ εἶναι μαζί μας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Καὶ πράγματι εἶναι. Φίλος καὶ ἀδελφὸς καὶ θεραπευτὴς καὶ χορηγὸς παντὸς ἀγαθοῦ.
Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ Ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ χαριζόμενος εἰς πάντας ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ποῦ σου θάνατε τὸ νῖκος; Ἀνέστη ὁ Χριστός, "καὶ τὸν πάλαι ἄμετρα καυχώμενον, ὡς γελοῖον παιζόμενον ἔδειξε" (πρβλ. Κανὼν Σταυροανα-στάσιμος Δ΄ ἤχου, Θ΄ Ὠδή,ποίημα Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ). Τὰ πάντα πεπλήρωται Φωτὸς καὶ αἱ καρδίαι μας χαρᾶς ἀνυπερβλήτου.
Καὶ ὄχι μόνον χαρᾶς, ἀλλὰ καὶ δ υ ν ά μ ε ω ς. Ὁ πιστεύων εἰς τὴν Ἀνάστασιν δὲν φοβεῖται τὸν θάνατον• καὶ ὁ μὴ φοβούμενος τὸν θάνατον εἶναι ψυχικῶς ἄκαμπτος καὶ ἀλύγιστος, διότι ὅ,τι διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ ἀπίστους εἶναι ἡ φοβερωτέρα ἀπειλή, διὰ τὸν πιστὸν χριστιανὸν εἶναι μικρᾶς σημασίας γεγονός, διότι εἶναι ἡ  ε ἴ σ ο δ ο ς  εἰς τὴν ζωήν. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς ζῇ τὴν ἀνάστασιν καὶ πρὸ τοῦ φυσικοῦ θανάτου του.
Ἡ συνέπεια τοῦ βιώματος τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ  μ ε τ α β ο λ ὴ τοῦ κόσμου. Ἐνθουσιάζει τὴν ψυχήν. Καὶ ἡ ἐνθουσιώδης ψυχὴ ἑλκύει εἰς τὸν δρόμον της τὰς ἄλλας ψυχάς, αἱ ὁποῖαι συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινὰ βιώματα τῆς χαρᾶς τῆς ἀθανασίας. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἰδικὴ μας ἀνάστασις δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ ἀλήθεια. Εἶναι δ ό γ μ α τῆς πίστεώς μας. Εἶναι μία χειροπιαστὴ πραγματικότης. Εἶναι ἡ δύναμις ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, παρὰ τοὺς ἐναντίον της σκληροτάτους διωγμούς. "Αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν"(Α΄ Ἰωάν. ε΄, 4) εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Διὰ τῆς Ἀναστάσεως ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατὰ χάριν Θεός. Διὰ τῆς νίκης τοῦ ἀναστασίμου φωτὸς ἐπὶ τῶν ἀκαθάρτων παθῶν, ἐνιδρύεται εἰς τὴν ψυχήν μας ἔρως θεῖος καὶ ἀγάπη τις ξένη, τὸν ἀνθρώπινον ὅρον ὑπερβαίνουσα.
Χριστὸς Ἀνέστη, λοιπόν! Αἱ καρδίαι μας εἶναι πλημμυρισμέναι ἀπὸ τὸ Ἀναστάσιμον φῶς καὶ τὴν ἀναστάσιμον χαράν. Προσερχόμεθα μὲ γνησιότητα καὶ ἁπλότητα εἰς τὸν Ἀναστάντα Χριστόν. Διότι, ὡς λέγει ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ, ὁ ἐπόπτης τῶν καρδιῶν μας ἄνωθεν Θεός "καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπει-νωμένην οὐκ ἐξουδενώσει" (Ψαλμ. Ν΄,19).
Ἡ Ἀνάστασις εἶναι ἡ δύναμίς μας, ἡ ἐλπίς μας, ἡ χαρά μας, τὸ ἀγαλλίαμά μας. Διὰ τῆς Ἀναστάσεως ὑπερβαίνομεν τὸν πόνον καὶ τὴν θλῖψιν δι' ὅλα τὰ κακὰ τῆς φυσικῆς ἐπιγείου ζωῆς. Ἡ Ἀνάστασις εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ πληγωμένου ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ κόσμου ἀνθρώπου.
Εἰς τὰς δυσκολίας καὶ τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα διέρχεται σήμερον ὁ κόσμος, ἡμεῖς δὲν ἀποκάμνομεν. Ἡ ἐπὶ τὸ αὐτὸ σύναξις τῶν φοβισμένων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου εἰς τὸ Ὑπερῷον τῆς Σιὼν μᾶς ἐνδυναμώνει. Δὲν φοβούμεθα, διότι ἀγαπῶ-μεν τοὺς πάντας, ὅπως ἠγάπησεν ἡμᾶς Ἐκεῖνος καὶ τὴν ψυχὴν Αὐτοῦ ἔθηκεν ὑπὲρ ἡμῶν. Θεανδρικῶς ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἀοράτως μᾶς  συνοδεύει. Ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν, -καὶ ἔχομεν-  ἀ γ ά π η ν. Καὶ μὲ τὴν ἀγάπην ἐπιγινώσκομεν τοῦ Μυστηρίου τὴν δύναμιν. Τοῦ  Μυστηρίου!
Καὶ ἂν ἄλλοι διστάζουν ἀνθρωπίνως καί "δράγματα στοιβάζουν πράξεων τὰς θημωνίας" (πρβλ. Στιχηρὰ Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς Ἀσώτου), ἡμεῖς καυχώμεθα. Καὶ ἐὰν ἡμεῖς δὲν "ἀπολικμίζωμεν φιλευσπλαγχνίᾳ τὸ ἄχυρον τῶν ἔργων τῆς ἀδικίας καὶ τὰ πάθη μας καὶ δὲν καταστρώνωμεν ἅλωνα μετανοίας", ὁ Ἀναστὰς Χριστὸς εἶναι Ἀγάπη καὶ διαλύει τὸ κάθε εἴδους σκότος καὶ τὸν φ ό β ο ν γύρω μας  καὶ εἰσέρχεται ἐντὸς ἡμῶν καὶ εἰς τὸν κ ό σ μ ο ν, τῶν θυρῶν τῶν καρδιῶν μας πολλάκις κεκλεισμένων.  Καί "μένει μεθ΄ ἡμῶν" μονίμως διὰ τοῦ σ τ α υ ρ ο ῦ τῆς ἀ γ ά π η ς.  Τὸ  κάλεσμά Του εἶναι ἡ  ε ἰ ρ ή ν η.  Τὴν Ἑαυτοῦ εἰρήνην χαρίζει εἰς ἡμᾶς. Οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου τούτου ἐπαγγέλλονται καὶ ὑπόσχονται εἰρήνην, μηδέποτε ἐμπειρικῶς πραγματοποιουμένην. Ἡ δύναμις τῆς Θείας Ἀγάπης καὶ Εἰρήνης καὶ Σοφίας μένει ἔξω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινον πανικόν. Δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ περιθώριον τῆς πραγματικότητοςοὔτε εἰς τὴν περιφέρειαν κάποιων ἀτομικῶν δοξασιῶν. Εἶναι ἡ καρδία καὶ τὸ κέντρον τῶν γεγονότων. Εἶναι ἡ κ α ρ δ ί α τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι τὸ  κ έ ν τ ρ ο ν  τῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ κυριεύουσα ζώντων καὶ νεκρῶν. Εἶναι ἡ  Ἀ λ ή θ ε ι α.
Ἡ ἀδιαφιλονίκητος ὑπεροχὴ τῆς Δ υ ν ά μ ε ω ς κρατεῖ ἀοράτως τὰ  ἡ ν ί α  καὶ κατευθύνει τὰ π ά ν τ α, καθ' ἣν ὥραν πολλοὶ ἐπώνυμοι κατ΄ ἄνθρωπον "σκότος εἰς τὰς φρένας ἔχουν".
Τὴν περίοδον τῆς σημερινῆς γενικῆς  ἀ π ο σ υ ν θ έ σ ε ω ς παγκοσμίως, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ π α ρ ο υ σ ί α τῆς οὐρανίας  σ υ ν θ έ σ ε ω ς  καὶ ἁρμονίας. Τὸν καιρὸν τῆς  κ α τ α ρ ρ ε ύ σ ε ω ς  καὶ τοῦ προσδοκωμένου θανάτου ὑπάρχει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς πεποιθήσεως ἐπὶ τὸν Κύριον.
Ἡ εἰρήνη τοῦ θανάτῳτὸν θάνατον διὰ τῆς κενώσεως Αὐτοῦ πατήσαντος καὶ ἡ χαρὰ τῆς ἀ γ ά π η ς  διαχέονται καὶ θεραπεύουν τὸν στενάζοντα καὶ ὀδυνώμενον πάντοτε σύγχρονον "ἄ ν θ ρ ω π ο ν"  καὶ τὴν συνωδίνουσαν καὶ συστενάζουσαν μετ' αὐτοῦ κτίσιν, τήν "ἀπολύτρωσιν καὶ τὴν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχομένους"(πρβλ. Ρωμ. η΄,20-23) τῆς "ἐλευθερίας τῆς δόξης τῶν τέκνωντοῦ Θεοῦ".

Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος, πατέρες καὶ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα!


Ἅγιον Πάσχα 2013
†Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα                                                                                               
εὐχέτης πάντων ὑμῶν

ΠΗΓΗ:http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1657&tla=gr





Το ΄Αγιο Φως

Το θαύμα της "Αφής" του Αγίου Φωτός
 

Ο Πανάγιος Τάφος

Δείτε τον Πανάγιο Τάφο τρισδιάστατα

 στον υπολογιστή σας

Στο πιο ένδοξο μνημείο της χριστιανικής πίστης μπορούν να περιηγηθούν οι πιστοί μόνο με το πάτημα ενός κουμπιού...
Η συγκεκριμένη ιστοσελίδα μας ξεναγεί στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ,εκεί όπου σύμφωνα με τις Γραφές έγινε η Σταύρωση, η Ταφή και η Ανάσταση του Χριστού.

Με την τεχνολογία του σήμερα μπορούμε να επισκεφθούμε αυτόν τον Άγιο Τόπο, μέσω του υπολογιστή μας, βλέποντάς τον σε τρισδιάστατη μορφή
ΔΕΙΤΕ.... ΕΔΩ
 
 
 

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

«Σήμερον Κρεμάται»




Tο παλαιό μέλος του «Σήμερον Κρεμάται»


Ο Γιώργος Μπιλάλης αποπειράται να δείξει πώς τελούνταν οι βασιλικές Ώρες της Μ. Παρασκευής και η τελετή της Αποκαθηλώσεως με βάση τη χειρόγραφες πηγές. Μαζί με το μουσικό σύνολο Ρωμέϊκο αποδίδουν μέλη των Ακολουθίας των Ωρών και μας μεταφέρουν 600 χρόνια πριν στον λειτουργικό τρόπο της βυζαντινής περιόδου.

Παρακαλούμε να ανοίξετε την κατωτέρω ιστοσελίδα:

Τα ΄Αγια Πάθη


Ο Επιτάφιος
στην "αυλή" της Γυναικείας Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής
στη Χώρα της Πάτμου (πριν από 60 χρόνια περίπου)

Περιφορά του Επιταφίου στο Εσωτερικό της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Χώρας Πάτμου.
Εφημέριος ο αείμνηστος Ιερομόναχος Ιερόθεος Γαβαλάς. 
Τον Τίμιο Σταυρό "σηκώνει" ο μακαρίτης Γιάννης Βοριάς.


Ο Εσταυρωμένος στον Ιερό Ναό Υπαπαντής Χώρας Πάτμου.
Εφημέριος ο αείμνηστος  Παπά Γιώργης Κάνδρος


Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Η Τελετή του Ιερού ΝΙπτήρα

Η Τελετή του Ιερού Νιπτήρα στην Πάτμο (έτος 1955;)
Ο "Νιπτήρας" τελείται σε μία από τις πλατείες της Χώρας.
Η πομπή ξεκινάει από την Ιερά Μονή και καταλήγει στο χώρο που είναι εγκατεστημένη  η εξέδρα.

Περισσότερα σε σχετικό άρθρο, που αναρτήθηκε, προηγουμένως.
Ο αείμνηστος Μοναχός Θωμάς (ο εξυπνητής)

Κάτω από την Ιερά Μονή στην περιοχή "Οικονόμου", με προορισμό τη "Λόζα".
Η Εικόνα του Κυρίου, Οι Ιερείς, στο βάθος ο Ηγούμενος, με παραστάτες τους μαθητές της Πατμιάδας.
Επί της Εξέδρας. Διακρίνονται από αριστερά:
Οι αείμνηστοι : Αμφιλόχιος Μακρής, Θεοφάνης Κρικρής, Αγαθάγγελος Βαρβαρής (Ιερομόναχοι), Λάζαρος Ψαραλλέξης, (Διάκονος), Μελέτιος Μαριόλος, Ηγούμενος και Βαρθολομαίος Στράτας (τότε Μοναχός)

"Σήμερον ο απρόσιτος"...

Το δοξαστικό (ήχος πλ. δ΄)
στο τέλος του Ιερού Νιπτήρα
(Μουσικό κείμενο)
Παρακαλούμε κάνετε κλικ στο κατωτέρω εικονίδιο 

"Τω συνδέσμω της αγάπης"

"Τω συνδέσμω της αγάπης "
(πέμπτος ειρμός από τον κανόνα της Μ. Πέμπτης)
Μουσικό κείμενο Πατμιακού μέλους

Παρακαλούμε κάνετε κλικ στο κατωτέρω εικονίδιο

Η Αποκάλυψις


Πεμπτουσία: Θα μπορούσατε να ξεχωρίσετε μια σκηνή που νομίζετε ότι αξίζει ιδιαιτέρας προσοχής λόγω της θεολογικής ή αρχαιολογικής σπουδαιότητάς της;
Γ.Τ.: Κάθε σκηνή της Αποκάλυψης, είτε αυτή επικεντρώνεται στους μελλοντικούς αγώνες του χριστεπώνυμου πληρώματος της Εκκλησίας, είτε προϊδεάζει για τη δικαίωσή του, είτε αυτή προκαλεί τρόμο στον πιστό, είτε στοχεύει στην ανακούφισή του, αποτελεί ένα μέρος από το σωτηριώδες σχέδιο του Θεού. Από την άποψη αυτή, όλες οι σκηνές της Αποκάλυψης είναι διδακτικές.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι μία συγκεκριμένη σκηνή, αυτή που περιγράφεται στο δέκατο ένατο κεφάλαιο και την οποία περιγράφω ως «Η νίκη του Λόγου του Θεού κατά των αντίθεων δυνάμεων» (Αποκ. ιθ΄, 11-21) είναι ιδιαίτερα αγαπητή στους αθωνίτες ζωγράφους, αφού απαντά σε όλες τις αθωνικές μονές. Πράγματι, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι άνθρωποι της μεταβυζαντινής εποχής στη συνείδησή τους είχαν ταυτίσει το αντίθεο στράτευμα με τους Οθωμανούς κατακτητές και το θηρίο με το Σουλτάνο, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί την προτίμηση των αθωνιτών ζωγράφων στη συγκεκριμένη σκηνή, αφού αυτή προοικονομούσε για τους ορθοδόξους τη λύτρωσή τους από το ζυγό των αλλοθρήσκων.
apokalipsi02b
Μονή Φιλοθέου (1765). Η νίκη του Λόγου του Θεού κατά των αντίθεων δυνάμεων (Αποκ. ιθ΄, 11-21)

Πεμπτουσία: Βλέπετε να αποτυπώνεται η θεολογία ή η θεολογική παιδεία των μαϊστόρων-ζωγράφων στις σκηνές της Αποκάλυψης;
Γ. Τ.: Σε ένα ζωγραφικό σύνολο δεν είναι πάντα εύκολο να διαγνώσει ο ερευνητής το βαθμό της παιδείας ενός μαΐστορα-ζωγράφου, πολύ περισσότερο όταν η διάγνωση αυτή αφορά στη θεολογική του κατάρτιση. Οι συνοδευτικές επιγραφές των παραστάσεων, ορθογραφημένες ή μη, οπωσδήποτε αποτελούν ένα δείκτη για το βαθμό «εγγραμματοσύνης» των ζωγράφων, ωστόσο, όπως σωστά επισημαίνει ο Αδαμάντιος Κοραής, άλλη είναι η «παιδεία της κεφαλής», δηλαδή η κατοχή γνώσεων, και άλλη η «παιδεία του στήθους», δηλαδή η ηθική καλλιέργεια. Σε κάθε περίπτωση, οι σκηνές της Αποκάλυψης που σήμερα σώζονται στο Άγιον Όρος φαίνεται ότι συνελήφθησαν από πνευματικά καταρτισμένους ανθρώπους, πιθανότατα μέλη της αδελφότητας κάθε μονής, οι οποίοι καθοδηγούσαν τους αγιογράφους στο έργο τους.
Πεμπτουσία: Θεωρείτε ότι στοιχεία της δυτικής τέχνης κατά την μεταβυζαντινή περίοδο επηρέασαν και τους αθωνικούς κύκλους ή ακόμη και να τους επέβαλαν;
Γ.Τ.: Ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε διαπιστωθεί ότι ο παλαιότερος χρονικά κύκλος, αυτός που κοσμεί τη στοά έξω από την τράπεζα της μονής Διονυσίου (λίγο μετά το 1553), βασίστηκε σε δυτικά χαρακτικά των Dürer (1498), Cranach (1522), Holbein (1523) κ. ά., ενώ και σε μεταγενέστερους αθωνικούς κύκλους εντοπίζονται επιδράσεις από δυτικές χαλκογραφίες. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι οι αθωνίτες ζωγράφοι, έστω και αν δανείζονται από τα δυτικά έργα κάποια στοιχεία που αφορούν στη γενική διάταξη, σε κάποια εικονογραφική λεπτομέρεια ή ενίοτε στο ύφος, κατά βάση εργάστηκαν κατά τον «ορθόδοξο» τρόπο, φιλοτεχνώντας έργα προορισμένα για τη διδασκαλία ορθόδοξων πιστών. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση οι όποιες επιδράσεις από την τέχνη της Δύσης δεν θα πρέπει να θεωρηθούν αποφασιστικής σημασίας.
Πεμπτουσία: Αναφέρετε στο έργο σας τον Διονύσιο εκ Φουρνά. Πώς συνδέεται με τους αθωνικούς εικονογραφικούς κύκλους, αφού πρόκειται και για μεταγενέστερό τους;
Γ.Τ.: Πράγματι, ο ιερομόναχος-αγιογράφος Διονύσιος από τον Φουρνά Ευρυτανίας αναφέρεται συχνά στη μελέτη μου λόγω της Ερμηνείας της Ζωγραφικής Τέχνης, ενός έργου που συντάχθηκε κατά τα έτη 1729-1732 και το οποίο περιείχε οδηγίες προς τους ζωγράφους για τον τρόπο εικονογράφησης διαφόρων παραστάσεων, μεταξύ των οποίων και της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Όπως είναι γνωστό, ο Διονύσιος έζησε για αρκετά χρόνια στο Άγιον Όρος και διατηρούσε στις Καρυές εργαστήριο αγιογραφίας, ενώ έργα του σώζονται σε διάφορες μονές του Άθωνα. Από τη μελέτη μου κατέστη σαφές ότι οι αγιογράφοι του 18ου και 19ου αιώνα, όπως είναι λογικό, είχαν υπόψη τους και εφάρμοσαν σε αρκετές περιπτώσεις ορισμένες από τις υποδείξεις της Ερμηνείας κατά την εικονογράφηση της Αποκάλυψης.
Μπορεί, όμως, να ισχυριστεί κανείς ότι επιδράσεις του Διονυσίου εκ Φουρνά εντοπίζονται στους κύκλους της Αποκάλυψης του Ιωάννη που ολοκληρώθηκαν το 16ο και 17ο αιώνα, πριν δηλαδή από τη συγγραφή της Ερμηνείας; Ασφαλώς όχι. Ωστόσο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Διονύσιος, όπως έχει αποδειχθεί από τη μέχρι σήμερα έρευνα, κατά τη συγγραφή της Ερμηνείας χρησιμοποίησε παλαιότερες «ερμηνείες», οι οποίες δυστυχώς δεν έφτασαν ως τις μέρες μας. Συνεπώς, η αντιπαραβολή της Ερμηνείας με προγενέστερα του 1730 ζωγραφικά σύνολα δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ ουσίας.
Πεμπτουσία: Πώς η καλλιτεχνική εικονογραφία της Αποκάλυψης μπορεί να αφορά το σύγχρονο άνθρωπο;
Γ.Τ.: Είναι αυτονόητο ότι, εφόσον η Αποκάλυψη του Ιωάννη αναφέρεται σε μία προφητεία που δεν έχει ακόμη εκπληρωθεί, η εικαστική απόδοση του περιεχομένου της ενδιαφέρει και το σύγχρονο άνθρωπο. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι η παραγωγή λευκωμάτων με παραστάσεις από την Αποκάλυψη συνεχίζεται ακόμη και σήμερα αδιάκοπα.
Σε ό,τι αφορά τους δέκα σωζόμενους στο Άγιον Όρος εικονογραφικούς κύκλους, το μεγάλο ενδιαφέρον των προσκυνητών, οι οποίοι με σχεδόν εκστατικό βλέμμα μελετούν τις μεταβυζαντινές τοιχογραφίες της Αποκάλυψης στους εξωνάρθηκες, στις στοές και στις τράπεζες των μοναστηριών, αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα ότι οι «πιστοί και αληθινοί» λόγοι του Χριστού (Αποκ. κα΄, 5) και η υπόσχεσή Του για γρήγορη Έλευση (Αποκ. κβ΄, 7, 12 και 20) ανακουφίζουν και το σύγχρονο άνθρωπο, προσφέροντάς του ένα ασφαλές καταφύγιο και ελπίδα για το αύριο.
Πεμπτουσία: Θα προτείνατε μια διεπιστημονική έρευνα π. χ. Θεολογίας και Αρχαιολογίας για μια συστηματικότερη προσέγγιση του βιβλίου της Αποκάλυψης;
Γ.Τ.:Όπως τονίστηκε και παραπάνω, η Αποκάλυψη του Ιωάννη είναι ένα κείμενο με ιδιαίτερο βάθος, θεολογικό και φιλοσοφικό, το οποίο ανά τους αιώνες προσέλκυσε το ενδιαφέρον θεολόγων, φιλολόγων και άλλων επιστημόνων, ενώ παράλληλα ενέπνευσε πλήθος καλλιτεχνών – ζωγράφων, γλυπτών, χαρακτών κ. ά. – οι οποίοι επιδόθηκαν στην εικαστική απόδοσή του. Συνεπώς, μία διεπιστημονική έρευνα είναι ο καταλληλότερος και ο ασφαλέστερος τρόπος για να προσεγγίσει ο σύγχρονος άνθρωπος τη βαθύτερη ουσία του τελευταίου βιβλίου της Καινής Διαθήκης.
Πεμπτουσία: Ευχαριστούμε για την ευκαιρία και τη χαρά της επικοινωνίας για ένα θέμα τόσο ενδιαφέρον και συγχαρητήρια για την κατά πάντα συστηματική και πρωτότυπη εργασία σας. Καλή Ανάσταση.
Γ.Τ.: Σας ευχαριστώ και εγώ! Καλή Ανάσταση!
ΠΗΓΗ:http://www.pemptousia.gr/2

Ο "Νιπτήρας" στην Πάτμο


Η τελετή του Νιπτήρος
 στο ιερό νησάκι της Πάτμου

Στο δροσόχαρο νησάκι των θείων οραματισμών, την μικρή ιερή Πάτμο, εδώ και τετρακόσια χρόνια, σαν από παράδοση αναπαριστάνεται, κάθε χρόνο, την Μεγάλη Πέμπτη, το θείο δράμα του Μυστικού Δείπνου, που ούτε ο χρόνος, ούτε η μακρόχρονη σκλαβιά του νησιού μας, κάτω από τους Τούρκους, Ιταλούς και Γερμανούς, δεν μπόρεσαν να σβύσουν, σαν τον πιο δυνατό κι’ άρρηκτο κρίκο της χριστιανοεθνικής του ενότητας, τον θρησκευτικό, του αγιοποδοπατημένου νησιού μας, που στάθηκε φάρος ολόφωτος και μια υπέροχη πνευματική ακρόπολις, στο σύνολο του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, το βορειότερο όλων, στο πέρασμα τόσων αιώνων…
niptir2  Η αναπαράσταση αυτή, μια εικονική σκηνή, είναι μια τελετή, που κλείνει μέσα της πολλή μεγαλοπρέπεια, θρησκευτικότητα και μαζί γραφικότητα. Λαμβάνει χώρα, ακόμα και σήμερα, στην Αγία πόλη της Ιερουσαλήμ και της Αντιοχείας.
Αποτελεί σημαντικό γεγονός κατά τις ιερές μέρες της Μεγαλοβδομάδας, όχι μόνο για το νησί της Πάτμου, μα και για τα γύρω νησιά της Σάμου, της Ικαρίας, της Λέρου, της Καλύμνου, και παλαιότερα για τις απέναντι παραλιακές πόλεις της Μ. Ασίας.
Στα χρόνια της Ιταλικής κατοχής είχε, σημαντικά, περιορισθεί ο αριθμός των προσκυνητών, που προσερχόντουσαν μ’ ευλάβεια στο νησάκι μας για να παρακολουθήσουν την λαμπρή αυτή τελετή. Τώρα, μετά την απελευθέρωση παίρνει και πάλι την παλιά της αίγλη η τελετή του Νιπτήρος, έτσι που να αποτελεί, στην ήσυχη ζωή του γαλήνιου νησιού μας, μεγάλης θρησκευτικής σημασίας γεγονός.
Η θρησκευτική αυτή τελετή του ιερού Νιπτήρος μαρτυρείται από τον Δ’ αιώνα. Και συγκεκριμένα από τη σύνοδο της Ελβίρας, γύρω από τα 300 μ.Χ. Ήταν δε σε χρήση από πάμπολλα μοναστήρια, ιδίως επισκοπές, στους μέσους χρόνους. Κυρίως οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, από μίμηση προς το μεγάλο παράδειγμα του πράου Ναζωραίου, έπλυναν στο «παλάτιόν» τους, τα πόδια δώδεκα φτωχών πολιτών τους, φιλοδωρώντας τους στο τέλος.
Η όλη τελετή, ή καλύτερα η εικονική αυτή αναπαράσταση, δεν είναι παρά μια ανάμνηση και απομίμηση της έμπρακτης διδασκαλίας του Κυρίου, που θέλησε έτσι απλά, με το παράδειγμά του αυτό το συμβολικό, πλένοντας τα πόδια των μαθητών του, να διδάξει την απέρριτη ταπεινοφροσύνη προς το πλήρωμα του πλανήτου μας, τους ανθρώπους.
Την Μεγάλη Τετάρτη, σε μια από τις δυο κεντρικές πλατείες της Χώρας, πότε στου Ξάνθου και πότε στου Πατρ. Θεοφίλου Β’, εναλλάξ, προς το βράδυ, στήνεται μια μεγάλη ξύλινη εξέδρα, σχεδόν τετράγωνη, από συνεργείο της δημογεροντίας. Στη γλώσσα του νησιού μας λέγεται «νιχτήρας». Κι’ έτσι την αποκαλούν μικροί και μεγάλοι. Τριγύρω της τα παιδιά, τα ως τα χθες «σκλαβόπουλα», στήνουν το πιο τρελό παιδιάστικο κυνηγητό τους. Από τα βαθειά ξημερώματα, της Μεγάλης Πέμπτης, αρχίζει ο διάκοσμός της. Ξεφτέρια κι’ ασημένιοι σταυροί, σ’ απόσταση, με αψίδες από βάγια και μυρτιές, και ταπέτα βαρύτιμα στρωμένα χάμω, της δίδουν μια μεγαλόπρεπη θωριά.
Η αψίδα της εισόδου, η κεντρική, είναι φτιαγμένη από πανεύοσμα ανοιξιάτικα λουλούδια του νησιού, π’ ανάμεσά τους κυριαρχούν τα ολάνθιστα κλωνάρια, με τα μενεξεδιά λουλούδια, της νάρδου, «λαμπρής» ως την ονομάζουν, με την πιο λιγόθυμη οσμή. Πάνω στην εξέδρα έχουν τοποθετηθεί δώδεκα καθίσματα. Έξη αριστερά, κι’ εξη δεξιά. Και στη μέση μια πολυθρόνα απέναντι στην είσοδο, για τον Ηγούμενο. Στο κέντρο είναι τοποθετημένο ένα τραπεζάκι, που πάνωθέ του φέρει ένα ασημένιο νιπτήρα.
Τα πανύψηλα γύρω δένδρα -της πλατείας Ξάνθου- με την ολοπράσινη φυλλωσιά τους, ρίχνουν ανάλαφρη την προστατευτική σκιά τους, στο συνωστιζόμενο πλήθος, κάτω από τον καφτερό ανοιξιάτικο ήλιο, που σε απόλυτη σιγή, με συγκινητική κατάνυξη, παρακολουθεί τη γοργή εξέλιξη της θρησκευτικής αυτής παραστάσεως από τους μοναχούς-Αδελφούς της Μονής, που υποδύονται το ρόλο των μαθητών, αναπαριστάνοντας το θείο δράμα του Μυστικού Δείπνου.
Μεγάλη Πέμπτη. Η ώρα είναι έντεκα το πρωΐ. Στο μοναστήρι μέσα έχει τελειώσει η θεία λειτουργία, του Μεγ. Βασιλείου, με το χαρακτηριστικό αντίδωρο, «το μαργαρίτη», που φυλάσσεται από όλο το νησί για δύσκολες στιγμές, ιδίως επιθανάτιες. Οι μοναχοί της Μονής, μ’ επικεφαλής τον Ηγούμενό τους, κατευθύνονται στην κοινοτική εκκλησιά της Μεγάλης- Παναγιάς, σαν από παλιό έθιμο. Όλοι τους οι ιερείς είναι αλλαξοφορεμένοι με ομοιόμορφα, βαρύτιμα, πορφυρόχρυσα βυζαντινά άμφια, δώρα βυζαντινών χρόνων της Μονής, που σώζονται θαυμάσια, ανέπαφα από το χρόνο ως σήμερα.
Οι μεγάλες καμπάνες του Μοναστηριού μας χτυπούν βαρειά κι’ αργά. Γλυκά δονείται η ατμόσφαιρα του νησιού όλου από το βαρειόηχό τους. Στη γλυκειά ανοιξιάτικη φύση όλα είναι μάγεμα. Το νησί σ’ ένα θρησκευτικό παραλήρημα, με βαρειά κατάνυξη, όλη τούτη τη βδομάδα, ζει ξεχωριστά και με ιδιαίτερο χρώμα τα σεπτά Πάθη του Κυρίου.
Από τη Μεγάλη-Παναγιά ανά δυο-δυο οι ιερείς, ονοματισμένοι όλοι τους με τ’ όνομα κι’ ενός μαθητού του Ιησού, ξεκινούν για την προκαθορισμένη πλατεία. Πίσω τους έρχεται ο Ηγούμενος μ’ ένα βυσσινί μανδύα περιβεβλημένος, κρατώντας την πατερίτσα του -σαν πατριαρχικός Έξαρχος- κι’ ένα μικρό χρυσοποίκιλτο ευαγγέλιο, ανάμεσα σ’ ένα στοίχο από τέσσερις διάκους. Και όλοι τους -ιερείς και Ηγούμενος- φέρουν, σαν ιερομόναχοι, επανωκαλλύματα, που προσδίδουν σοβαρότητα και γραφικότητα στην αργοδιαβαίνουσα πομπή τους. Μπροστά τους προπορεύεται ένας απλός μοναχός, κρατώντας ένα τεράστιο ασημένιο «μανουάλι» και το «ύδωρ του νιπτήρος» σ’ ένα ασημένιο «μπρίκι». Τελευταίος έρχεται ο εκκλησιάρχης, που πάντα είναι και ο καλλιφωνότερος όλων, σαν πρώτος ψάλτης της Μονής, ψέλνοντας τον ν’ ψαλμό «ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός…» Οι μαθητές κι ο Διδάσκαλος έχουν πια φθάσει σ’ ένα από τα δυο παρεκκλήσια της αγιά-Φωτεινής ή τ’ αη-Γιώργη, ανάλογα με την πλατεία, όπου θα λάβει χώρα η τελετή του Νιπτήρος. Πρώτος ο εκκλησιάρχης θα πάρει θέση, απέναντι στην εξέδρα, σ’ ένα περίβλεπτο σημείο, απ’ όπου θα διαβάσει τις ανάλογες περικοπές κι’ από τα τέσσερα ευαγγέλια.
Οι τέσσερις διάκοι θυμιάζοντας με τα μεγάλα, ασημόηχα θυμιατά τους, οδηγούν δυο-δυο τους ιερείς-μαθητές στην εξέδρα, όπου ανεβαίνοντας, μετά από μια βαθειά αλληλοϋπόκλιση, κάθονται στα καθίσματά τους, εκατέρωθεν, από τα έξω προς τα μέσα. Και ακολουθούν τη σειρά, ως φέρονται από το Διδάσκαλό τους αγρευθέντες στην πορεία του διά της Γαλιλαίας, σαν μαθητές του, αρχή κάνοντας από τους υιούς του Ζεβεδαίου. Έτσι συνεχίζουν, ωσότου μεταφέρουν και τους δώδεκα. Ο τελευταίος είναι ο Ιούδας. Το ρόλο του παλαιότερα, κατά παρέκκλιση, ανελάμβανε να διαδραματίσει ένας πολίτης, «κοσμικός», σ’ αντίθεση προς το κληρικός. Κι’ αμείβονταν με … πενήντα γρόσια κι’ ένα τυρομύζηθρο. Έπειτα, όμως, ο ρόλος του Ιούδα ανατίθονταν σ’ ένα μοναχό, σαν τον Πολύκαρπο ή τον Ισίδωρο. Στο τέλος φτάνει ο Ηγούμενος και μαζί του ανεβαίνουν στην εξέδρα οι τέσσερις διάκοι, στέκοντας πλάϊ του. Στο αναμεταξύ ο εκκλησιάρχης ψέλνει αργά, σ’ ένα άφθαστο βυζαντινό μέλος, το απολυτίκιο «ότε οι ένδοξοι μαθηταί εν τω νιπτήρι του δείπνου εφωτίζοντο» και την καταβασία «τω συνδέσμω της αγάπης συνδεόμενοι οι Απόστολοι». Μόλις πάρουν θέση όλοι τους στην εξέδρα, τότε αρχίζει να ξετυλίγεται, διαλογικά αρχικά, και μετά, με δυο συμβολικές πράξεις, το όλο δράμα του ιερού Μυστικού Δείπνου.
Στο πρώτο του μέρος -όπως τον διαιρούν σε τρία- γίνεται μια, πλατειά, διδασκαλία από τον μεγάλο Διδάσκαλο της αγάπης του «αγαπάτε αλλήλους», σ’ ένα διάλογο σύντομο, πλούσιο από παραστάσεις και θεόπνευστα νοήματα. Και ακολουθεί, σαν δεύτερο μέρος, σε συνέχεια, το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών, που αποτελεί την έμπρακτη απόδειξη της ταπεινοφροσύνης του Ιησού. Τρίτο μέρος είναι εκείνο, που διαδραματίζεται η αγωνία του Κυρίου, με την προσευχή του στο Όρος των Ελαιών, όπου δοκιμάζεται σαν άνθρωπος, για να υπερισχύσει, στο τέλος, και κατισχύσει, θριαμβικά, σαν Θεός!
Ο Ευαγγελιστής, από την περίοπτη θέση του, διαβάζει μελωδικά, αργά, περικοπές από τα κατά Ιωάννην, Ματθαίον και Μάρκον ευαγγέλια, από το διάλογο που διαμείβεται μεταξύ Διδασκάλου και μαθητών, ενώ εκείνος επαναλαμβάνει, στερεότυπα, μπροστά από κάθε ερώτηση και απάντηση: «ο δε είπεν» και «οι δε είπον». Πρώτο ευαγγέλιο διαβάζεται το κατά Μάρκον «τω καιρώ εκείνω παραλαμβάνει ο Ιησούς τους δώδεκα μαθητάς αυτού και ήρξατο λέγειν αυτοίς τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν», που το ακολουθεί αμέσως ο διάλογος πούναι παρμένος από όλα τα ευαγγέλια, το κατά Ιωάννην Δ’ (10-11), Ματθ. Κ’ (22-29) και Μαρκ Ι’ (32-45), εξιστορώντας τα μέλλοντα να συμβούν εις αυτόν, αφού θερμά τους συνιστά να ‘χουν αγάπη ανάμεσά τους.
Κι έρχεται, μετά το διάλογο αυτό, το δεύτερο μέρος, το νίψιμο των ποδιών των μαθητών. Ο ευαγγελιστής διαβάζει το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: «ειδώς ο Ιησούς ότι πάντα δέδωκεν αυτώ ο Πατήρ εις τας χείρας,εγείρεται εκ του δείπνου και τίθησι τα ιμάτια αυτού. Και λαβών λέντιον διέζωσεν εαυτόν: είτα βάλλει ύδωρ εις τον νιπτήρα και ήρξατο νίπτειν τους πόδας των μαθητών…» Τη στιγμή αυτή ο Ηγούμενος ζώνει στη μέση του ένα βελουδένιο, βυσσινί τετράγωνο άμφιο, το «λέντιον» και αμέσως βάζει νερό από το «μπρίκι» στον νιπτήρα. Αρχίζει δε από τον Ιούδα να πλένει τα πόδια των μαθητών, που δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα ράντισμα μ’ ανθόνερο, το γνωστό στο νησί μας «ροδόσταμο», με το «κανί», στις συμβολικά αποκαλυπτόμενες κνήμες των μοναχών. Είναι το πιο εντυπωσιακό μέρος της σκηνής αυτό μαζί με την άρνηση του Πέτρου -αξέχαστος στο ρόλο αυτό ο αείμνηστος μοναχός Μπακρατάκης-, που μετά την επιτίμηση του Διδασκάλου, δέχεται «ου μόνον τους πόδας, αλλά τας χείρας και την κεφαλήν», να του πλύνει Εκείνος.
-«Τότε έρχεται ο Ιησούς συν τοις μαθηταίς εις χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή και παραλαβών τον Πέτρον και τους δύο υιούς Ζεβεδαίου ήρξατο λυπείσθαι και αδημονείν», διαβάζει ο ευαγγενιστής, ο δε Ηγούμενος με τους τρεις παραπάνω μαθητές κατεβαίνει από την εξέδρα, και εκείνος μεν πορεύεται προς την άκρη της πλατείας, ενώ αυτοί μπροστά από την εξέδρα, πλάι στην κυρία είσοδο, πάνω σε προσκέφαλα γονυκλινούν, κατ’ εντολήν Εκείνου: «μείνατε ώδε, γρηγορείτε…»
Εδώ διαδραματίζεται το τρίτο μέρος του Μυστικού Δείπνου. Μέσ’ απ’ αυτό πηγάζει η δοκιμασία του Ναζωραίου, που η ψυχή του είναι περίλυπη μέχρι θανάτου, για να ανακράξει τελικά «ουχί ως εγώ, αλλ’ ως σύ…». Δοκιμάζεται όμως ταυτόχρονα και η αφοσίωση των μαθητών του προς το πρόσωπό του, στην πιο δύσκολη στιγμή του δράματός του. Στην άκρη της πλατείας, όπου έφτασε ο Ηγούμενος προσεύχεται μπροστά από την εικόνα του «Ερχομένου», μια μεγάλη παμπάλαιη εικόνα τέμπλου, σπάνιας βυζαντινής τέχνης, από τα κειμήλια της Μονής μας. Είναι η εικονική προσευχή του Ιησού στο Όρος των Ελαιών.
-«Πάτερ μου, ει δυνατόν εστί παρελθέτω το ποτήριον τούτο…». Και πάλιν «πλην ουχ’ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ…» (Ματθ. ΚΣΤ’ 40-42). Και ξαναγυρνά στον ίδιο τόπον της προσευχής. Η αδημονία και η λύπη τον θλίβουν. Και επαναλαμβάνει «ου δύναται το ποτήριον τούτο παρελθείν;..» Για δεύτερη φορά επιστρέφοντας τους βρίσκει να ‘χουν βαρειά τα βλέφαρα. Και γυρνά για τρίτη φορά να προσευχηθεί στον ουράνιο Πατέρα του, ενισχυμένο τώρα πια για το ρόλο που του ‘ταξε να διαδραματίσει στη σωτηρία του ανθρώπινου γένους, με πιότερη απόφαση «άγωμεν, ήγγικεν η ώρα και ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται, ίνα δοξασθή… Ματθ. ΚΣΤ’ 44-46) κράζει προς τους μαθητές του που εγείρονται από το βαθύ τους ύπνο, καθώς για τρίτη φορά έρχεται κοντά τους.
Οι τρεις ιερείς σηκώνονται από την γονυκλινή θέση τους. Και με τον Ηγούμενο μαζί ανεβαίνουν πάλι στην εξέδρα. Εδώ τελειώνει η συμβολική παράσταση του Μυστικού Δείπνου. Ο Ηγούμενος παίρνει θέση στην είσοδο της εξέδρας, κρατώντας το ευαγγέλιο και μια μικρή ανθοδέσμη, τη «μαντζουράνα» κατά την τοπική μας διάλεχτο, για να ραντίσει με το αγιασμένο νερό του νιπτήρος το πλήθος που θα περάσει μπροστά του ασπαζόμενο το ιερό ευαγγέλιο και να αλληλοευχηθούν τα «χρόνια πολλά» ή τα «σπολάτες», δηλαδή τα πολλά έτη των χωρικών μας.
Τέλος με την ίδια τάξη, ενώ βροντόηχα και πάλι χτυπούν οι καμπάνες του Μοναστηριού μας, γυρνούν οι μοναχοί στο αιώνιο κατάλυμά τους, το γκρίζο αυτό βυζαντινό κάστρο, που στάθηκε ανά τους αιώνες ιερή κιβωτός των πιο μεγάλων παρακαταθηκών του Έθνους και της Θρησκείας.
Κι’ ένας λαός, θεία μυσταγωγημένος, με ψυχή μεταρσιωμένη, σκορπιέται στα σπιτικά του, γαλήνιος, οιστρηλατημένος μπορεί να πη κανείς, για να συνεχίσει την υπόλοιπη Μεγαλοβδομάδα με τις σπάνιες θρησκευτικές τελετές, με την ίδια κατάνυξη, την ίδια θρησκευτική συγκίνηση, κάτω από την πιο γλυκιά φύση, με την ασάλευτη γαλήνη, του νησιού εκείνου που ενέπνευσε τους θεόπνευστους οραματισμούς, της μικρής μας πανσέβαστης Πάτμου.
[Από το περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία», 1 Μαΐου 1951, σελ. 665-668.]
Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.pemptousia.gr/2

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Το "Τροπάριο της Κασσιανής".

Το Τροπάριο της Κασσιανής
σε διάφορες εκτελέσεις


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης


ΣΤΟΥΣ 500 ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΕ ΕΠΙΡΡΟΗ ΔΙΕΘΝΩΣ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ

1Ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος περιλαμβάνεται στον πίνακα του αμερικανικού περιοδικού «Foreign Policy» για τους 500 πολίτες του κόσμου οι οποίοι ασκούν μεγάλη επιρροή διεθνώς.

Το περιοδικό τοποθετεί τον Βαρθολομαίο στην ομάδα δέκα τούρκων πολιτικών, επιχειρηματιών, κληρικών κ.ά.

Στην «τουρκική» δεκάδα, μεταξύ άλλων, καταγράφονται ακόμη, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Αμπντουλάχ Γκιουλ, ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι υπουργοί Αμυνας, Οικονομικών και Εξωτερικών Ισμέτ Γιλμάζ, Μεχμέτ Σισμέκ και Αχμέντ Νταβούτογλου αντίστοιχα, ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ο διευθυντής της Coca-Cola Τουρκίας Μουχτάρ Κεντ.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.agioritikovima.gr/arxeio/21061-tous-polit

Η Κασσιανή!!!



Το απόγευμα της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται στους ορθόδοξους ναούς το τροπάριο της Κασσιανής. Πρόκειται για μία ποιητική απόδοση του περιστατικού που περιγράφεται στα ευαγγέλια και έχει να κάνει με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία έδειξε τη μετάνοιά της πλένοντας τα πόδια του Χριστού με πολύτιμο μύρο και σκουπίζοντάς τα με τα μαλλιά της.
Η πράξη της γυναίκας αυτής έχει ιδιαίτερη σημασία για δύο κυρίως λόγους:
1. Προετοίμασε το Χριστό για την ταφή, καθώς οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να αλείφουν τα σώματα των νεκρών τους με ένα μείγμα ρητίνης και αρωμάτων.
2. Η ένταση της σκηνής δείχνει πόσο μεγάλη ήταν η μετάνοιά της.
Η ιδιαιτερότητα της πράξης οδήγησε σε συνειρμούς άσχετους με την πραγματικότητα με αποτέλεσμα να πλεχθούν διάφοροι μύθοι σχετικά με την ταυτότητα της γυναίκας και τη σχέση της με το Χριστό.
Από τη Δυτική Χριστιανοσύνη ξεκίνησε η ταύτισή της με την Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική μαρτυρία, ούτε στα ευαγγέλια ούτε στην κατοπινή παράδοση. Η ταύτιση αυτή οφείλεται σε σύγχυση δύο διαφορετικών προσώπων που αναφέρονται σε δύο διαφορετικές ευαγγελικές περικοπές στο ευαγγέλιο του Λουκά. Στο 7ο κεφάλαιο αναφέρεται το περιστατικό με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία έπλυνε τα πόδια του Χριστού με μύρο, δάκρυα και στα σκούπισε με τα μαλλιά της. Στο επόμενο κεφάλαιο, το 8ο, γίνεται αναφορά στις γυναίκες που ακολουθούσαν το Χριστό κατά τις περιπλανήσεις του στη γη του Ισραήλ. Ανάμεσά τους μνημονεύεται και η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή, η οποία, κατά το παρελθόν, είχε θεραπευθεί από το Χριστό, καθώς ήταν δαιμονισμένη.
Αμέσως μετά την έγερση του Λαζάρου οι οικείοι του παρέθεσαν ευχαριστήριο γεύμα στο Χριστό και τους αποστόλους. Κατά τη διάρκειά του, ενώ η Μάρθα προσπαθούσε να φροντίσει το πλήθος των συνδαιτυμόνων, η Μαρία έκανε αυτό που κανονικά θα έκαναν οι δούλοι της οικογένειας: έπλυνε τα πόδια του καλεσμένου τους. Εκφράζοντας την υπερβάλλουσα ευγνωμοσύνη της αντί για νερό έχυσε μύρο και αντί για πετσέτα χρησιμοποίησε τα μαλλιά της.
Το περιστατικό αυτό που περιγράφεται από τον ευαγγελιστή Ιωάννη (12:1-8) δεν είναι το ίδιο με αυτό στο οποίο πρωταγωνίστησε η αμαρτωλή γυναίκα και στο οποίο αναφέρεται η υμνογραφία του όρθρου της Μ. Τετάρτης.
Η αδελφή του Λαζάρου εξέφραζε την ευγνωμοσύνη της, ενώ η αμαρτωλή τη μετάνοιά της.
Η Αγία Κασσιανή ήταν μία πολύ μορφωμένη βυζαντινή αρχοντοπούλα, η οποία κάποια στιγμή έγινε μοναχή και μεταξύ άλλων ασχολήθηκε με τη συγγραφή ύμνων. Το πιο διάσημο έργο της είναι το τροπάριο αυτό, το οποίο είναι γνωστό με το όνομά της. Σε αυτό περιγράφεται το περιστατικό των ευαγγελίων και γίνεται μία σημαντική θεολογική εμβάθυνση για το πρόβλημα της αμαρτίας και τη σημασία της μετάνοιας. Μάλιστα, η αμαρτία συνδέεται ευθέως, όχι με ηθικού τύπου αιτίες, αλλά με το γεγονός της Πτώσης και της διακοπής της κοινωνίας με το Θεό.
Συνεπώς ούτε η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή ούτε η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου ούτε η ποιήτρια Αγία Κασσιανή είναι « ν πολλας μαρτίαις περιπεσοσα γυνή».
Το όνομα αυτής της γυναίκας είναι άγνωστο σε εμάς, καθώς τα ευαγγέλια διαιωνίζουν και τιμούν την πράξη και τη μετάνοιά της, αλλά δεν διασώζουν το όνομά της. Η ανώνυμη για εμάς γυναίκα αποτελεί ισχυρότατο παράδειγμα αλλαγής τρόπου σκέψεως και ζωής για όλους μας.
Ίσως, μάλιστα, η μετάνοιά της να είναι το κριτήριο για τη δική μας μετάνοια όταν βρεθούμε μπροστά στο θρόνο του Θεού κατά την ώρα της κρίσεως.
Καλή υπόλοιπη Μεγάλη Εβδομάδα
Αθανάσιος Μουστάκης, θεολόγος
ΠΗΓΗ:http://www.pemptousia.gr/