Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Κυριακή της Τυρινής



Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου


Ο ΄Οσιος Χριστόδουλος
Με την ευκαιρία της Εορτής του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Χριστοδούλου του Θαυματουργού, Κτήτορος της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου, παραθέτουμε το "Πατριαρχικόν Σιγιλλιώδες Γράμμα" που αφορά τη λειτουργία τόσο της Μονής, 
όσο και της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου


ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ ΣΙΓΙΛΛΙΩΔΕΣ ΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΟΘΕΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α' ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΝ
ΠΑΤΜΩ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΠ' ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ
ΕΝΝΕΑΚΟΣΙΕΤΗΡΙΔΟΣ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΑΥΤΗΣ
ΥΠΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
ΤΟΥ ΛΑΤΡΗΝΟΥ








Αριθμ. Πρωτ. 845

Ή των πραγμάτων επιμέλεια την διάσωσιν αύτοίς απεργάζεται καί υπόμνησις τάξεως εύθύνει τον βίον, κάλλιον το καλόν άναδεικνύσα. Εντεύθεν καί ή Μήτηρ Αγία του Χρίστου Μεγάλη Εκκλησία ορμώμενη καί άνύστακτον την μέριμναν έχουσα περί των εαυτής Καθιδρυμάτων, όπου γης, καί τον έπιστηριγμον τούτων διώκουσα, καταλλήλαις εύκαιρίαις χρωμένη, μεγάλως ποιείται πρόνοιαν του έπιρρώσαι την ταύτα περιέπουσαν δίαιταν καί άσφάλειαν, μάλιστα δε την του χρόνου διαδρομή δοκιμασθείσαν "καί ευρεθείσαν σωτήριον.
 Έπείπερ καί ή κατά την μυστηριοφύλακα ίεράν νήσον Πάτμον ιδρυμένη καί τη Πατριαρχική φροντίδι ευθέως υποκείμενη, ως επί σταυροπηγίω έοικε, περίκλυτος Μονή του Εύαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, βασιλικοίς καί Πατριαρχικοίς προνομίοις καί όροις άρχηθεν καί τον ύστερον χρόνον κατακοσμηθείσα καί έρυμνώς κατασφαλισθείσα, εύ δε τούτοις χρησαμένη, θεία συνάρσει, σώα τον του βίου διέπλευσε δίαυλον εννέα όλας εκατοντάδας ετών, ευδίας καί χειμώνος, διαπορευομένη καί άχρις ημών καταντήσασα ευγονός τε καί εύφημος, ως το πάλαι, ήδη δε το κατόρθωμα τούτο γηθοσύνως πανηγυρίζοντες, έγνωμεν, συν τη περί ημάς Αγία καί Ιερά Συνόδω, μη σιγή άντιπαρελθείν καί τους κατ' άνθρωπον λόγους της εαυτής καταστάσεως τε καί επιδόσεως, μάλιστα δε τους εκ του ίερού περιβόλου της Αγίας του Χρίστου Μέγαλης Εκκλησίας κατά καιρούς προελθόντας. Ή γαρ ύπόμνησις αυτών χρήσιμος εσται εις ρώσιν, τη του χρόνου παρόδω συνεπιφερομένη λήθη άντενεργούσα καί την άξίαν αυτών άναδεικνύσα καί κατά χρέος εις συμμόρφωσιν καλούσα, προς ώφέλειαν την μείζονα.
 Εφ' ω καί συνδιασκεψάμενοι εν Συνόδω μετά των περί ημάς Ίερωτάτων Μητροπολιτών, των καί υπερτίμων, ήχθημεν άνακεφαλαιώσασθαι, τους προδηλωθέντας δρους τε καί τα προνόμια, άπερ ή των άοιδίμων 

προκατόχων ημών Πατριαρχών έλευθεριότης, από ΄Ιωάννου του Αγαπητού καί ες ύστερον έπεδαψιλεύσατο τη είρημένη Μονή, παραδούναι δε το όντως κεφάλαιον τούτο τοις ούσι καί τοις έπιγενομένοις, εις μαρτύριον καί όδηγόν χρήσιμον καί προστασίαν ασφαλή, εις τα εκ τούτου αγαθά άποσκοπήσαντες.
 Όθεν τα δίκαια ταύτα εις μέσον άγοντες, ύπομνήσεως χάριν, βουλόμεθα καί παραγγέλλομεν πασιν, εξ αποφάσεως, γινώσκειν την κατά Πάτμον 'Ιεράν, Βασιλικήν, Πατριαρχικήν καί Σταυροπηγιακήν Μονήν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ούσαν πάντη έλευθέραν καί αυτοδέσποτον, άδούλωτόν τε καί άκαταπάτητον, άνενόχλητον καί άκαταζήτητον παρά παντός προσώπου, λαϊκού ή εκκλησιαστικού, μηδέ των Αρχιερέων εξαιρουμένων, ως έφθη ειπών καί ό τον ευσεβή λόγον της ιδρύσεως αυτής τώ οίκείω κτήτορι Όσίω Χριστοδούλω χειρίσας εν μακαριστοίς εκείνος Αυτοκράτωρ Αλέξιος, μόνη δε τη εφορία καί προστασία του καθ΄ ημάς Οικουμενικού Θρόνου ύπαγομένην καί παρ' αύτού υψηλώς καθοδηγουμένην καί εν τοις κανονικοίς κρινομένην καί άνακρινομένην, μη συγχωρουμένης οίασούν παρ' οίουδήτινος παρεμβάσεως εν τοις έαυτοίς πράγμασιν είτε εν αύτη ταύτη είτε εν τοις εν δίω τόπω Μετοχίοις αύτής τον δε εκάστοτε Καθηγούμενον αυτής ευθέως την άναφοράν έχοντα τω κατά καιρούς Οικουμενικώ Πατριάρχη, παρ' ου καί το κύρος των πράξεων αύτού χρεών λαμβάνειν, οσάκις αν δέηση καί τους εκ προσώπου εκείνου, του Πατριάρχου δηλονότι, επί ειδική αποστολή μετά των δεόντων Γραμμάτων αυτώ πεμπομένους δέχεσθαι καί των υπ' αυτόν μοναχών προσέχειν την δίαιταν σώζεσθαι κατά τα προσήκοντα θέσμια.
 Ωσαύτως δει πάντας γινώσκειν τω εκάστοτε ήγουμένω της Μονής ταύτης προσούσαν καί την Έξαρχικήν έξουσίαν, παρά του Πατριάρχου αυτώ άπονεμομένην, ίδίω Γράμματι, τω οίκείω άποκαταστατικώ εις το της Ήγουμενίας αξίωμα συναπτομένω, άμα τη παρά του Θρόνου κυρώσει της αναδείξεως αύτού εις τούτο, κατά τα κεκανονισμένα, ταύτην δε άσκουμένην παρ' αύτού άκωλύτως επί πάσαν την Πάτμον καί τάς περί αυτήν νησίδας Λειψούς, ʼΑρκίους καί ʼΑγαθονήσιον καί τα παρακείμενα νησίδια, του συνόλου τούτων συγκροτούνταν ιδίαν εκκλησιαστικήν έπαρχίαν, τω της Πατριαρχικής Εξαρχίας τετιμημένην ονόματι, ευθέως δ' ύπαγομένην τω Οίκουμενικώ Πατριάρχη καί υπ' Αυτού κυβερνωμένην δια του εκάστοτε Καθηγουμένου της του Θεολόγου Μονής, ασκούντος έπ' αυτήν, έπιτροπικώς, τα Πατριαρχικά δίκαια καί έχοντος τα εκ της τοιαύτης εντολής καθήκοντα καί υποχρεώσεις.
 Εφ' οίς τον Καθηγούμενον της είρημένης Μονής καί Πατριαρχικόν Έξαρχον Πάτμου γινώσκεσθαι δει προσαγορευόμενον ή εν επιτομή λόγου Καθηγούμενον Πάτμου φωνούμενον καί άδειαν έχοντα έπ' εκκλησίας μανδύαν φορείν καί ράβδον ποιμαντικήν φέρειν καί καθ άπασαν την Έξαρχίαν εφημέριους καί διακόνους διορίζειν καί έπιτροπάς συνισταν καί ναούς καθιερούν καί καινίζειν καί τάς κατά συμβάν σαλευθείσας ιεράς Τράπεζας άποκαθιστάναι, πάντα κατά την της Εκκλησίας ίεροτυπικήν τάξιν ποιούντα καί κανονικώς βεβαιούντα, συνελόντι δ' ειπείν, πάντα τα της Μονής αυτού καί της Εξαρχίας όλης οίκονομούντα καί κατακοσμούντα πράγματα καί εις τέλος ιθύνοντα αίσιον, τα τε ενοριακά δηλονότι καί τα μοναστηριακά, τελετουργικά καί διδακτικά, κανονικά καί διαχειριστικά καί οία έτερα, έχοντα δ' έξουσίαν τον αυτόν, κατά παραχώρησιν, θεωρείν καί κρίνειν καί άνακρίνειν εν τοις όρίοις της είρημένης Εξαρχίας, ως εν τη υπ' αυτόν Μονή καί τοις Μετοχίοις αυτής πασι, πάσας τάς έκκλησιαστικάς υποθέσεις καί τα πταίσματα των εκ του ίερού κλήρου εχόντων κάτω του Επισκόπου βαθμόν καί των μοναστών ωσαύτως καί των λαϊκών πάντων καί επιτιμαν καί αργείν καί σωφρονίζειν καί άφορίζειν τους άτακτους καί άπειθείς καί την έκκλησιαστικήν σαλεύοντας εύκοσμίαν καί τάξιν καί εις τον του δικαίου τόπον άποκαθιστάναι τα πράγματα, εί μη τι τούτων μείζονος δέοιτο επισκέψεως καί διορθώσεως, ότε τω Πατριάρχη χρεών ταύτα άνάγειν, υπό πάντων δε των εν τη Μονή καί τη Εξαρχία καθ΄ όλη λογίζεσθαι δει τούτον πατέρα καί ποιμένα καί διδάσκαλον καί χειραγωγόν καί στέργεσθαι καί τιμασθαι αυτόν καί υποκείσθαι αύτώ εν υπακοή ως τέκνα θεοπειθή καί ευήκοα καί προκόπτοντα εν άντιδόσει καί κοινωνία αγάπης καί πίστεως Χριστού, εις εν σώμα οι πάντες υπό την εκείνου κεφαλήν συντόνως άρμοζόμενοι καί συμβιβαζόμενοι, την αύξησιν του Θεού αύξοντες, προς τούτοις δε του Οικουμενικού Θρόνου έκείνω παρέχοντος την προσήκουσαν έπικουρίαν καί ύπεράσπισιν εν παντί έργω άγαθω καί πάση ανάγκη αύτού.

 Εξόν δε αύτω, τω Έξαρχικώ τίτλω χρωμένω, καί εν ταίς των πλησιοχώρω Ιεραρχών της Δωδεκανήσου συνάξεσι προεδρεύειν καί ψήφον ισοδύναμον καί ίσότιμον καί ίσοστάσιον καί ισόκυρον τοις εκείνων εκφέρειν καί, ένί λόγω, πράττειν όσα εκείνοι πλην των τη ʼΑρχιερωσύνη προσόντων, άτε στερουμένω ταύτης. Εφ' ω καί επί ταίς άναγκαίαις Αρχιερατικαίς άγιστίαις, μάλιστα δε ταίς έπιτετραμμεναις χειροτονίαις, δια τε την Μονήν καί τα Μετόχια αυτής καί την Έξαρχίαν όλην, εξόν μεταπέμπεσθαι όν αν ούτος βούλοιτο των ΄Αρχιερέων την ανάγκην πληρώσοντα μετά πάσης κανονικής παρατηρήσεως.
ʼΑφορώντες δε εις τα κτητικά καί την καθ όλην διαχείρισιν, γνωστόν έστω μη έξείναι πωλείν τι των ακινήτων, Μοναστηριακών ή ενοριακών, είτε εντός είτε εκτός της Εξαρχίας κείμενον, άνευ είδήσεως καί έπινεύσεως του Πατριάρχου, έχειν δε τον αυτόν Καθηγούμενον καί Πατριαρχικόν Έξαρχον έξουσίαν του έλέγχειν πάσας τάς εν τη Εξαρχία έκκλησιαστικάς διαχειρίσεις, μοναστηριακάς τε καί ένοριακάς, συν τη υποχρεώσει του υποβάλλειν εκάστοτε τω Πατριάρχη τακτικώς κατά μήνα περί της διακονίας αύτού καί άμα πάσαν παρ' Εκείνου ζητουμένην συναφή έκθεσιν, λογαριασμόν καί άπολογισμόν καί της ιδίας αύτού Μονής καί των έξαρχικώς αυτή υποκειμένων Ιερών Σκηνωμάτων, άλλά καί φιλοτίμως μέριμναν δια την κατά τα είθισμένα υπέρ της Μεγάλης Εκκλησίας λογίαν.
Επί πάσι τούτοις, της κανονικής καί πνευματικής εξαρτήσεως καί υπαγωγής της εν Πάτμω Ιεράς Πατριαρχικής καί Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου καί της έκείσε Εξαρχίας τω Θρόνω της Κωνσταντινουπόλεως ενδειξις καί της εκκλησιαστικής μετ' Αύτού κοινωνίας βεβαίωσίς εστί καί έσται το μνημόσυνον του κατά καιρούς Οίκουμενικού Πατριάρχου εν πάσαις ταίς θεουργίαις, εν τε τη είρημένη Ιερά Μονή καί τοις απανταχού Μετοχίοις αυτής, ως καί εν ταίς λοιπαίς της Εξαρχίας Μοναίς καί ταίς ένορίαις πάσαις.
Ταύτα αποφαινόμενοι εν ʼΑγίω Πνεύματι Συνοδικώς επί τη έννεακοσιοστή άμφιετηρίδι από της ιδρύσεως της περί ης ό λόγος γεραράς Ιεράς Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, έστωσαν πάντα βέ­βαια εις τον εξής χρόνον, μηδεμιάς δεόμενα πώποτε ανανεώσεως ή επικυρώσεως• τα δε εναντία τούτοις ενεργούμενα καί πραττόμενα άκυρα καί άνενέργητα λογιούνται καί τας κανονικάς ποινάς τοις παρηκόοις καί άπειθέσι επισύροντα.
"Εφ' ώ καί συντέτακται τον πρόν υπομνηστικόν σιγιλλιώδες Γράμμα, καταστρωθέν εν τω 'Ιερω Κώδικι της καθ΄ ημάς Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, εις πίστωσιν καί άσφάλειαν, άποστελλόμενον δε συν ταίς Πατριαρχικαίς καί πατρικαίς εύλογίαις ημών εν Χριστώ Ίησού τω Κυρίω καί δεδοξασμένω Θεώ, τω τα πάντα κατορθούντι τοις θέλουσι προκόπτειν εν τη πίστει καί τη έλπίδι καί τη αγάπη Αύτού.
Εν έτει σωτηρίω ωπη', κατά μήνα Σεπτέμβριον (κς')
Έπινεμήσεως ΙΒ'.
ΠΗΓΗ:http://www.patmosmonastery.gr/patriarxiko.html

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Βιρβίλλης Ζήσιμος

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ
 
ΣΤΑ ΕΝ∆ΟΤΕΡΑ ΤΗΣ ΠΑΙ∆ΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ –
 
ΜΙΑ ΠΡΟΤΥΠΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ
 
ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙ∆ΑΓΩΓΙΚΗΣ
 
Δρ Ευαγγελία Μουλά
 
Στην Ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας του Δ. Γιάκου συναντάται το παρακάτω σχόλιο: «Ο κύκλος της προσφοράς σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων στο παιδί δεν θα μπορούσε να κλείσει αν δεν αναφέρονταν και μερικά άλλα εξίσου αξιόλογα ονόματα και έργα που σταθεροποιούν την πεποίθηση ότι η παιδική λογοτεχνία στη χώρα μας κερδίζει κάθε μέρα νέα βήματα». Ανάμεσα δε στους αξιόλογους συγγραφείς αναφέρεται και ο Ζήσιμος Βιρβίλλης1
Γεννημένος στην Πάτµο (1930), αποφοίτησε από τη Θεολογική και τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και αφιέρωσε τη ζωή του σε πνευματικές δραστηριότητες.
Αν συναρτώνται το ύφος και η αισθητική έκφραση με την εσωτερική καλλιέργεια και τους σκοπούς που υπηρετεί ένας καλλιτέχνης, θα λέγαμε με ασφάλεια ότι ο Ζήσιμος Βιρβίλλης2 είναι τόσο λογοτέχνης όσο και παιδαγωγός3. Αντλώντας από τα παιδικά του βιώματα με πάθος νοσταλγικό και τρυφερότητα και μετουσιώνοντάς τα, μετατρέπεται μέσα από τη στιβαρή γραφή του σε απόστολο του ήθους, προβάλλοντας ηρωικά και αψεγάδιαστα πρότυπα αρετής και φιλοπατρίας. Καταφεύγοντας σε φόρμουλες της παιδικής λογοτεχνίας, τις μετασχηματίζει σε οχήματα των παιδαγωγικών του προτεραιοτήτων. Αντί όμως να θεωρητικολογεί ευθέως, σπεύδει να δίνει εύστοχα παραδείγματα (exempla) που αισθητοποιούν τις όποιες αφηρημένες ιδέες του4.
Αυτό που εντοπίζει κανείς με μία και μόνο ματιά στο έργο του είναι η αφοσίωση και η συνεπής από μέρους του υπηρέτηση του παιδικού βιβλίου.  Από μαθητής έγραφε και δημοσίευε στίχους και πεζά, ποιήματα και άρθρα, χρονογραφήματα, μεταφράσεις και μελέτες σε διάφορα αθηναϊκά και επαρχιακά περιοδικά και εφημερίδες, όπως: Παιδόπολις, Το σπίτι του παιδιού, Η διάπλαση των νέων (Νέα Περίοδος), Η ζωή του παιδιού, Το χαρούμενο σπίτι, Πάντα Εμπρός (Σώμα Ελλήνων Προσκόπων Κύπρου).
 Συνεργάστηκε στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια των Νέων και τη Νέα Εγκυκλοπαίδεια (Χάρη Πάτση), στον τόμο Γενικός Οδηγός του Γραπτού Λόγου και στις σχολικές εκδόσεις του εκδοτικού οίκου Ι. Ρώσση (μεταφράσεις από τα αρχαία, αναλύσεις νεοελληνικών λογοτεχνημάτων, λεξικά, υποδείγματα εκθέσεων, κ.ά.).
 Ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά Το ατρόμητο Ελληνόπουλο και Τα αστέρια του γηπέδου Τα, των οποίων την κυκλοφορία απαγόρευσε η Χούντα του 1967. Χρημάτισε διευθυντής σύνταξης του περιοδικού Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός Νεότητος, ενώ ίδρυσε και διηύθυνε τους εκδοτικούς οίκους Ο Πλάτων και Παιδικός παράδεισος.
Έγραψε τα μυθιστορήματα: 1) Μικροί ταξιδιώτες στο διάστημα (1962), 2) Ελληνόπουλα Ροβινσώνες(1963), 3) Στο μαγεμένο κόσμο των βυθών (Α΄ Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς – αθλοθέτης: εκδοτικός οίκος Ι. Κολλάρου, χ.χ.), 4) Το τσοπανόπουλο της Δημητσάνας – Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ (Α΄ Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς – αθλοθέτης: Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, τέσσερεις εκδόσεις από την Αποστολική Διακονία της Ελλάδος σε συνολικά 12.000 αντίτυπα), 5) Στις πλαγιές του Ελικώνα (παιδικό ιστορικό μυθιστόρημα για τη ζωή στην Αρχαία Ελλάδα), 6) Ταξιδεύοντας με τον πατέρα, 7) Διαβάζοντας με τη μανούλα (παραμυθένιες ιστοριούλες για μικρά παιδιά), 8) Από την αφάνεια στη δόξα – Φτωχά παιδιά = Μεγάλοι άντρες (τρεις εκδόσεις από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος σε συνολικά 9.000 αντίτυπα). Έγραψε επίσης σχολικά βοηθήματα και εκθέσεις, ενώ συγκέντρωσε σε μια ενδιαφέρουσα έκδοση, μαζί με ποικίλο πολύτιμο λαογραφικό υλικό, τα Παραμύθια της Πάτμου.
Στο έργο του συγκαταλέγεται και μια σειρά διηγημάτων, των οποίων όμως δεν φέρει επισήμως την πατρότητα, καθώς οι ανάγκες του βιοπορισμού οδήγησαν στη συγγραφή τους επί παραγγελία. Τα διηγήματα αυτά υπογράφονταν με το ψευδώνυμο «Δ.Κ.» και είναι τα εξής: 1) Πουλιά χωρίς φωλιά, 2) Στην καταιγίδα της ζωής, 3) Δίχως μάνα και πατέρα, 4) Ένα ανώνυμο παιδί (Το Χαριτωµένο Μουτράκι), 5) Δυο δρόμοι  δυο ζωές, 6) Κάτω απ’ το χέρι του Θεού, 7) Τέσσερα Σερβόπουλα στην αντάρα του πολέμου, 8) Με το Χριστός Ανέστη, 9) Ο μικρός Αλέξης Ανδρόνικος.
 Επίσης έχει συγγράψει τις εξής σύντομες ιστορίες για παιδιά μέχρι και 10 ετών: 
1) Στου παππού το χτήμα, 2) Μια χαρούμενη οικογένεια, 3) Οι φίλοι του Κωστάκη, 4) Στην εξοχή, καθώς και δύο παραμυθάκια μεταφρασμένα από τα ιταλικά: 1) Το αραπάκι και η χρυσή πριγκίπισσα, και 2) Μια κούνια στ’ άστρα.
Το μεταφραστικό του έργο, εξίσου διαλεχτό, φέρει την ερμηνευτική σφραγίδα της γραφής του: 1) Η θυσία του Κάστορα (Α. Μάνζι), 2) Ανάμεσα στις φλόγες και στα κύματα (Ι. Βερν), 3) Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα (Ι. Βερν), δ) Ροβινσώνας Κρούσος (De Foe), ε) Το πιο παράξενο ταξίδι – Στη ράχη μιας φάλαινας (A. Braun).
Λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε πολιτιστικό προϊόν προορίζεται για συγκεκριμένο αγοραστικό κοινό και αποδέκτη, θα λέγαμε ότι το έργο του Ζ.Β. αφορά κυρίως στο αγορίστικο κοινό5, διότι η φόρμουλα της περιπέτειας6 που χρησιμοποιεί ως βάση στα μυθιστορήματά του (Μικροί ταξιδιώτες στο διάστημα, Ελληνόπουλα Ροβινσώνες, Στο μαγεμένο κόσμο των βυθών, Στις πλαγιές του Ελικώνα), αλλά και στο μεταφρασμένο έργο του, απευθύνεται κατά παράδοση σε αγόρια. Επίσης οι μυθιστορηματικές βιογραφίες του (Από την αφάνεια στη δόξα) εμφανίζουν ως θέμα τους φτωχά αγόρια που διέπρεψαν στην πορεία της ζωής τους και έγιναν επιφανείς άνδρες.
Βιβλία γνώσεων ή λογοτεχνία;
Οριοθετώντας τη συγγραφική εμβέλεια του Ζ.Β.
H πολυειδία της συγγραφικής πένας του Ζ.Β. δίνει σε πρώτη ανάγνωση την εντύπωση ότι πειραματίζεται με πολλά και διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Μια πιο προσεκτική ματιά όμως μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι ο συγγραφέας, μέσα από τη φαινομενική ποικιλία του έργου του, υπηρετεί με συνέπεια και πιστότητα ένα και μόνο βασικό είδος, και μέσα από αυτό σκοπεύει κάθε φορά στον ίδιο απώτερο στόχο. Ανεξάρτητα από το εξωτερικό περίβλημα της αφηγηματικής πλοκής, το είδος που εγκιβωτίζεται σταθερά σε κάθε διαφορετικό πλαίσιο είναι αυτό του βιβλίου γνώσεων7. Το πραγματογνωστικό8-πληροφοριακό υλικό αποτελεί κοινό παρονομαστή όλων, ενώ ο προχωρημένος βαθμός μυθοπλαστικής ανάπτυξής τους αλλά και η πλαισίωσή τους με αφήγηση τα κατατάσσει αβίαστα και στη λογοτεχνία. Στην Ελλάδα ως το 1986 δεν προβλεπόταν ξεχωριστή κατηγορία λογοτεχνικών βραβείων από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για τα βιβλία γνώσεων, μολονότι ορισμένα από τα βραβευθέντα θα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία9. Ο Ζ.Β. τιμήθηκε με το βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς για δύο του μυθιστορήματα (βλέπε παραπάνω), των οποίων το πλούσιο πληροφοριακό υλικό ίσως υπερβαίνει ακόμη και τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις.
Η ευρυμάθεια και ο εταστικός νους του Ζ.Β. οδηγούν σε λεπτομερείς καταγραφές που διακρίνονται από επιστημονική ακρίβεια για κάθε θέμα που εκάστοτε τον απασχολεί. Υπηρετώντας το πνεύμα του εγκυκλοπαιδισμού και το δόγμα του «τέρπειν άμα και διδάσκειν»10, συνδυάζει άριστα ευχάριστες και ενίοτε συναρπαστικές ιστορίες (Στο μαγεμένο κόσμο του βυθού, Μικροί ταξιδιώτες στο διάστημα, Ελληνόπουλα Ροβινσώνες, Στις πλαγιές του Ελικώνα) με επιστημονικές, γεωγραφικές, ιστορικές και λοιπές πληροφορίες, επιδεικνύοντας ικανότητες ερευνητή, παράλληλα με μια εις βάθος γνώση της αρχαιο-ελληνικής και εκκλησιαστικής γραμματείας. Παρομοίως, στο επιστολικό του μυθιστόρημα Ταξιδεύοντας με τον πατέρα, η φόρμα του λογοτεχνικού είδους δεν επηρεάζει σημαντικά τη βασική του πρόθεση να διδάξει και να επιμορφώσει. Μολονότι το επιστολικό μυθιστόρημα θεωρείται ότι επιτρέπει την καταβύθιση στον ψυχισμό του γράφοντος και τη διερεύνηση συνειδησιακών καταστάσεων11, ο Ζ.Β. δεν προστρέχει σε αυτό για κανενός είδους ψυχολογικές εντρυφήσεις ή υπαρξιακές αναζητήσεις. Το χρησιμοποιεί εξίσου ως όχημα των προσωπικών του ενδιαφερόντων, και δη του κυρίαρχου όλων, αυτού της μετάδοσης γνώσεων, κυρίως γεωγραφικών και πολιτισμικών.
Ο θαυμασμός του για τον Ιούλιο Βερν συνάδει με την παραπάνω τάση του και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο μεταφραστικό έργο του. Συνολικά στο έργο του, το οποίο γενικά είναι κατάσπαρτο με διακείμενα από διάφορες πηγές, η συχνότητα αναφοράς στον Ιούλιο Βερν υπερέχει συντριπτικά όλων των άλλων. Είναι προφανής ο θαυμασμός του συγγραφέα για τον πρωτοπόρο αυτό μυθοπλάστη, που οραματίστηκε το μέλλον της ανθρωπότητας και το μετουσίωσε σε αφηγηματική τέχνη, στη μορφή των πρώιμων μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας. Εξίσου όμως εμπνέεται και από τον θρυλικό Ροβινσώνα, το πρότυπο του αυτάρκους παραγωγού-καταναλωτή, ο οποίος απετέλεσε την πηγή έμπνευσης των δικών του μικρών ροβινσώνων12. Οι άλλες δύο μεταφράσεις του, Η αυτοθυσία ενός κάστορα και Το πιο παράξενο ταξίδι, διαπνέονται επίσης από την ίδια γνωσιοκεντρική φιλοσοφία. Το μεν πρώτο αγκαλιάζει με εμβρίθεια τις συνήθειες και τη ζωή των καστόρων, υποβάλλοντας μια προωθημένη οικολογική ευαισθησία και καταγγέλλοντας την ανθρώπινη αναλγησία, το δε δεύτερο προβάλλει τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος να τιθασεύει τη φύση και να επιτυγχάνει ακόμη και το ακατόρθωτο, ενώ υπερτονίζει για άλλη μια φορά την αξία των σημαντικών πράξεων της επιστήμης και του πολιτισμού, καθώς αυτές μόνο χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη.
Η συλλογή του παλαιών παραδοσιακών παραµυθιών αποκαλύπτει μία ακόμη πτυχή της πολυδιάστατης προσωπικότητας του Ζ.Β., που συνάδει με τα παραπάνω. Αυτή της προσήλωσής του στην πολιτιστική μας κληρονομιά και της πίστης του για την αδήριτη ανάγκη διαφύλαξής της.
Μας μεταφέρει ατόφιο το κλίμα των ζωντανών αφηγήσεων μιας άλλης εποχής, όταν ηλικιωμένοι Πατινιώτες άνδρες και γυναίκες αφηγούνταν ιστορίες µεταξύ τους αλλά και στα µεγαλύτερα παιδιά, το χειµώνα µε τα µαγκάλια στις αποσπερίδες και τα καλοκαίρια το βράδυ µε το «δροσό», στις αυλές ή στα κατώφλια των σπιτιών. Η Συλλογή ξεκίνησε το 1951 και ολοκληρώθηκε το 1960. Περιέχει παραµύθια που διασώζονται µέχρι το 1950 και αποδίδονται με τη χαρακτηριστική διάλεκτο της Πάτμου, όπως αυτή μιλιόταν κυρίως πριν την Ενσωµάτωση της Δωδεκανήσου. Ο συλλογέας μέσα από ένα γλωσσάριο που συνέταξε, προσπάθησε να διαφυλάξει ταυτόχρονα με τον πολιτιστικό πλούτο και τη γλώσσα-φορέα του, μεταφράζοντας ορισμένα γλωσσικά στοιχεία από τη διάλεκτο αυτή. Στο τέλος της Συλλογής παρατίθεται µια λαογραφική εργασία του συλλογέα µε τίτλο «Λαογραφικά της Πάτμου – Παιδικά, Νανουρίσματα, Ταχταρίσματα».
Θεωρώντας εποπτικά το έργο του Ζ.Β., θα λέγαμε ότι ο κοινός θεματικός άξονας που το διατρέχει και το προεξάρχον μήνυμα που συνεχώς επανέρχεται εμφατικά είναι επί της ουσίας η φιλοσοφία του συγγραφέα, αυτή της μορφωσιολατρίας, της εργατικότητας και της φιλοπονίας ως παράγοντες προόδου, φιλοσοφία που συνοψίζεται στη φράση «η μεγαλοφυΐα δεν είναι παρά ένα τοις εκατό έμπνευση και ενενήντα εννιά τοις εκατό σκληρή δουλειά» (φράση που αποδίδεται στον Θωμά Έντισον, στον τόμο Από την αφάνεια στη δόξα, σ. 33).
Η θρησκευτικότητα ως δομή βάθους
Σύνολη όμως η ανθρώπινη δραστηριότητα όπως παρουσιάζεται στο έργο του, όσο βαρυσήμαντη και σπουδαία κι αν είναι, τίθεται πάντα και ανελλιπώς υπό τη σκέπη του παντεπόπτη Θεού, που αποτελεί την απόλυτη πηγή προέλευσης κάθε δημιουργίας. Η βαθιά θρησκευτικότητα του Ζ.Β., ενταγμένη διακριτικά τις περισσότερες φορές στην αφηγηματική ροή, δεν ενοχλεί, αλλά αφομοιώνεται φυσικά. Σπάνια εκτρέπεται σε υπερβολές, υπαγορευμένες από μια εμμονή στη χριστιανική αρχή της εγκράτειας, όπως στην περίπτωση των κανόνων που αυτοθέσπισε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος στην ομότιτλη βιογραφία του, και δη εκείνου της πλήρους σχεδόν αποχής από την ερωτική δραστηριότητα. Η θρησκευτικότητά του αναδύεται διφυώς. Μετωπικά, κυρίως μέσα από τη βιογραφία του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ στο μυθιστόρημα Το τσοπανόπουλο της Δημητσάνας, αλλά και σε μια πιο σύντομη εκδοχή της στη συλλογή βιογραφιών, καθώς και μέσα από τις λοιπές μυθιστορηματικές βιογραφίες που μας παραδίδει στον τόμο Από την αφάνεια στη δόξα, οι οποίες απαρτίζουν παράδειγμα μίμησης για τους νεαρούς αναγνώστες, που τους καλεί να επιδείξουν πρωτίστως ανιδιοτέλεια και αλτρουισμό13.
 Εξαιρουμένων των βιογραφουμένων που ακολούθησαν ιερατικό βίο, ακόμη και σε εκείνες τις βιογραφίες που αναφέρονται σε σημαντικές μορφές του πνεύματος ή της πατριωτικής δράσης, όπως ο Μάρκ Τουαίην ή ο Κωνσταντίνος Κανάρης, δεν απουσιάζουν ένθετες αναφορές στη βαθιά πίστη τους, η οποία και προβάλλεται ως η ειδοποιός διαφορά που τους οδήγησε στην επιτυχία. Η μόνη βιογραφία που λειτουργεί αντισταθμιστικά στην έντονη θεολογική ανάγνωση της ζωής που εφαρμόζεται γενικότερα, είναι αυτή του Τζων Άνταμς, Β΄ Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, που τελικά παρά τις παροτρύνσεις της οικογένειάς του δεν σταδιοδρόμησε ποτέ ως ιερέας.
Η σειρά των διηγημάτων του, τα οποία όπως είπαμε υπέγραφε με ψευδώνυμο, προφανώς για λόγους βιοπορισμού, συνέχεται από μια ενιαία φιλοσοφία η οποία υπαγορεύεται από τη σκοπιμότητα της έκδοσης. Παρόλα αυτά, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί αιτία για στρατηγικές υπαναχωρήσεις στο επίπεδο των προδιαγραφών. Απλά το πλαίσιο αναφοράς και το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνονταν προσδιόρισαν αυστηρά και το περιεχόμενό τους14. Έτσι, σε αυτά παρελαύνουν λογής-λογής κατατρεγμένα από τη μοίρα παιδιά, ορφανά, κακοποιημένα, αδικημένα, παραμελημένα, παιδιά στη δούλεψη σκληρών κι αδίστακτων ανθρώπων, που μεγαλώνουν σε θετές οικογένειες που τα εκμεταλλεύονται και τα κακομεταχειρίζονται, αλλά που στο τέλος δικαιώνονται, βρίσκουν την πραγματική οικογένειά τους15 και η ζωή τα ανταμείβει, χάρη στον ακέραιο χαρακτήρα τους, τη βαθιά πίστη τους, αλλά κυρίως βάσει επουράνιου σχεδίου, μέσω των εκπροσώπων του Θεού στη γη. Το μήνυμα που συνολικά εκπέμπεται είναι για άλλη μια φορά σύμμετρο με τη γενικότερη ιδεολογία του Ζ.Β. Η θεία Πρόνοια αλλά και η ανθρώπινη προσπάθεια συνεργάζονται για την απόδοση της δικαιοσύνης. Αυτή μπορεί να αργεί, σε βαθμό που να δοκιμάζεται η εμπιστοσύνη μας στο Θεό, αλλά στο τέλος πάντα επικρατεί και επιβραβεύει την ψυχική ευγένεια και την καλοσύνη.
Οι σε πρώτο επίπεδο συντηρητικές απόψεις αμβλύνονται με μια προσεκτικότερη ανάγνωση, κατά την οποία διακρίνονται οι επί το δημοκρατικότερο –ή, καλύτερα, επί το κοσμικότερο– αντιλήψεις του γράφοντος. Είτε σχολιάζοντας επιγραμματικά το συντηρητισμό της Ευαγγελικής σχολής και την αντίδρασή της στις ριζοσπαστικές πολιτειακές ιδέες (Το Τσοπανόπουλο…, σελ. 39), είτε υπερασπιζόμενος τις διαφωτιστικές αρχές, είτε εξισώνοντας Έλληνες και Τούρκους στο όνομα της κοινής μοίρας όλων των ανθρώπινων πλασμάτων υπό τη σκέπη του Θεού (ό.π., σελ. 81), ακόμα κι όταν η γραφή του τίθεται περισσότερο στην υπηρεσία της παιδαγωγικής και λιγότερο της τέχνης, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τη φωνή ενός διαλλακτικού αφηγητή που μολονότι υπερασπίζεται το απόλυτο, κατανοεί συνάμα και το ανθρώπινο.
 Στα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, η θρησκευτικότητα διαχέεται μέσα στον αφηγηματικό ιστό διακριτικά και μετατρέπεται σε οργανική πρώτη ύλη της ιστορίας, υποβάλλοντας και όχι επιβάλλοντας διδαχές. Μέσα από την παρουσίαση ασυσχέτιστων (τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο) με την ελληνορθόδοξη παράδοση ιστοριών, εκεί που δεν επιδιώκεται άμεσα ο ηθικός φρονηματισμός αλλά η θεματολογία ξεφεύγει προς το διασκεδαστικότερο, η αρτίωση του νέου ανθρώπου και η ενστάλαξη της πίστης παραμένουν βασικοί άξονες της σκοποθεσίας της γραφής του Ζ.Β.
Αν ισχύει λοιπόν ότι η δραστικότητα του λογοτεχνικού λόγου συγκινεί μακροπρόθεσμα και συντελεί στο μετασχηματισμό των συνειδήσεων των αναγνωστών16, αυτή είναι αναμφισβήτητα και χειροπιαστά η πρόθεση των έργων του Ζ.Β.
Μια πρότυπη ελληνικότητα στην υπηρεσία της παιδαγωγικής
Η αναζήτηση της ουσίας του ιδεολογήματος της ελληνικότητας καθόρισε τη νεοελληνική πραγματικότητα, γαλούχησε και ενέπνευσε τους λογοτέχνες. Από το διεθνισμό της φαντασίας του Παλαμά μέχρι τον γεωφυσικό αταβισμό του Γιαννόπουλου, η γενιά του ’30 επιχείρησε την υπέρβαση του δυϊσμού της ελληνικής ταυτότητας17. Το αίτημα για καθαρόαιμα ελληνικά βιβλία βρίσκει πλήρη ανταπόκριση κατά τη δεκαετία του ’70. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε η παρουσία της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1958) και του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου18. Η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, στην εκάστοτε προκήρυξη των λογοτεχνικών της βραβείων, επαναλαμβάνει σταθερά ήδη από το 1958 (Τα Βραβεία, 1958-1973, Αθήνα, 1974) πως τα παιδικά βιβλία πρέπει να κινούνται μέσα στην ελληνική πραγματικότητα, έννοια η οποία όμως ορίζεται πολύ πλατιά19. Στις ανακοινώσεις της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς προκρίνεται η βιωματική μέθεξη στη ζωή και την ιστορία του έθνους αλλά και η απήχηση των σύγχρονων προβληματισμών του Έλληνα, τοποθέτηση που ανακαλεί έμμεσα τη ρήση του Θεοτοκά ότι «ελληνικό είναι κάθε έργο που βγαίνει από τη ζωή, την καρδιά και τη σκέψη των ανθρώπων του έθνους»20.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο μακροπρόθεσμος στόχος που με συνέπεια υπηρετείται από τον Ζ.Β. είναι η προβολή –απερίφραστα ή έμμεσα– μιας πρότυπης ελληνικότητας, της οποίας η σκοπιμότητα είναι καθαρά παιδαγωγική.
Κατ’ αρχάς, ο σεβασμός προς τη γλώσσα θεωρείτο ανέκαθεν το γνησιότερο δείγμα ελληνικότητας21. Η παιδική λογοτεχνία από νωρίς προσανατολίστηκε σε κείμενα που να χαρακτηρίζονται από γλωσσική αρτιότητα. Η γλωσσική λιτότητα του Ζ.Β. δεν σημαίνει και γλωσσική έκπτωση καθώς η γλώσσα, διατηρώντας όλη την επικοινωνιακή της δύναμη, προσαρμόζεται στην αντιληπτική ικανότητα της παιδικής ηλικίας22. Αποφεύγει την ωραιολογία και την απεραντολογία, την επίκληση ηχηρών λέξεων, την υπερβολή ή την αινιγματικότητα.
Ο λόγος του σταθμισμένος με ακρίβεια και ευθυβολία, συνδυάζει την αισθητική διάσταση με την εμφανή του πρόθεση για συστηματική αγωγή του ελληνόπουλου στη σωστή και στρωτή γλώσσα. Σέβεται τις γλωσσικές ιδιομορφίες και τις διατηρεί, εμπλουτίζοντας τα έργα του με τη σημαντικότερη ιδιότητα του σύγχρονου μυθιστορηματικού λόγου, τον πολυγλωσσισμό23, δηλαδή τη συνύπαρξη και διαλεκτική επικοινωνία των διαφόρων μορφών λόγου σε βάση ισοτιμίας και αλληλεπίδρασης. Έτσι, όταν εμβάλλει αποσπάσματα επίσημου λόγου από επιστολές, κείμενα ή ανακοινώσεις υψηλών προσώπων ή όταν κάνει χρήση πηγών, διατηρεί το επίπεδο της πρωτότυπης εκφοράς τους, μολονότι χάνει σε φυσικότητα και δυσχεραίνει τη ροή της ανάγνωσης. Εδώ λειτουργεί με τη λογική του ερευνητή ή και του δασκάλου που υπηρετεί τη γλώσσα συλλήβδην στην αδιάσπαστη συνέχειά της και όχι μόνο στη συγχρονία της. Με την ίδια ευθύνη εξομαλύνει και διευκρινίζει σταθερά τις ασάφειες, εξού και τα κατατοπιστικά γλωσσάρια των παραρτημάτων των έργων του.
Η ελληνικότητα όμως δεν κατοχυρώνεται μόνο μέσω της γλώσσας αλλά και από το περιεχόμενο24. Σταδιακά, με την ωρίμαση του ζητούμενου, η έννοια της ελληνικότητας διευρύνεται και περιλαμβάνει και αυτήν της παγκοσμιότητας, πράγμα που δημιουργεί την υποχρέωση στους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας να καλλιεργούν στα παιδιά οικουμενική συνείδηση25. Έτσι η εξέταση μορφών από το παγκόσμιο στερέωμα στις μυθιστορηματικές του βιογραφίες ανοίγει τον στενό ελληνικό ορίζοντα σε μια προοπτική υγιούς δεθνισμού που εμπνέεται από τη ρήση του Σολωμού ότι «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές»26.
Ωστόσο, η ελληνικότητα είναι ως επί το πλείστον ο τρόπος ζωής, ο πολιτισμός, τα προτερήματα και τα ελαττώματα της φυλής μας, η αλήθεια μας χωρίς εξιδανικεύσεις27, και σε αυτό ο Ζ. Β. μεροληπτεί.
Η ελληνικότητά του, φτιαγμένη επιλεκτικά από ένα πολυποίκιλο αλλά με εσωτερική συνοχή υλικό αντλημένο από την ελληνοχριστιανική παράδοση, το ασίγαστο πάθος του Έλληνα για μάθηση28, το επινοητικό δαιμόνιό του, την αρχαιοελληνική κουλτούρα, την πατριδολατρία, τους άρρηκτους δεσμούς της ελληνικής οικογένειας αλλά και τις αξίες της φιλίας και της συναδελφικότητας, παρουσιάζει κυρίως τις θετικές πλευρές του Έλληνα. Δεν λείπει βέβαια παντελώς και μια διάθεση σκωπτικής αυτοκριτικής, όταν οι ίδιοι οι ήρωες αντιλαμβάνονται από μόνοι τους την υπερβολή των δηλώσεών τους (στο Μαγεμένο κόσμο των βυθών ο ήρωας αυτοσκαρκάζεται όταν επαινεί την υπεροχή του ελληνικού ούζου, σελ. 42).
Έτσι, στα Ελληνόπουλα Ροβινσώνες, οι μικροί ήρωες βρίσκονται στη Βομβάη και από εκεί ναυαγοί στο άγνωστο ερημονήσι από την επιθυμία τους να υπηρετήσουν την πατρίδα, ενώ ακόμα και στη «μόνωσή» τους η θύμηση της πατρίδας υπογραμμίζεται από την ονομασία «Βίλλα Ελλάς» που έδωσαν στο προσωρινό τους ενδιαίτημα. Στους Μικρούς ταξιδιώτες στο διάστημα ο Πήτερ Λουκ, το ελληνόπουλο της Αμερικής, αντιπροσωπεύει την Ελλάδα στο πρώτο επίσημο σεληνιακό ταξίδι, ενώ δεν λείπουν οι επανειλημμένες αναφορές στην αρχαιοελληνική προέλευση των ονομασιών των πλανητών. Στον Μαγεμένο κόσμο των βυθών ο συγγραφέας πλέκει κυριολεκτικά το εγκώμιο της Ελλάδας, μη χάνοντας την ευκαιρία να αναφερθεί άλλοτε στον πολιτισμό, άλλοτε στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, άλλοτε στις διατροφικές του συνήθειες ή τις διασκεδάσεις του κι άλλοτε στο εξερευνητικό δαιμόνιο της φυλής που έφτασε στα πέρατα της οικουμένης. Ακόμη και στο μεταφραστικό έργο του (Παράξενη περιπέτεια στη ράχη μιας φάλαινας) δεν χάνει την ευκαιρία να αναφερθεί στις εξαιρετικές ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων, όπως π.χ. στην εξημέρωση των δελφινιών (σε αυτά τα σημεία η μετάφραση συνιστά ερμηνευτική παρέμβαση-προσθήκη). Στις μυθιστορηματικές βιογραφίες του τόμου Από την αφάνεια στη δόξα, στις επτά από τις δεκατρείς συνολικά, αναφέρεται σε Έλληνες των οποίων τα χαρακτηριστικά συνθέτουν την προσωπική του αντίληψη της έννοιας της ελληνικότητας. Αυτή συντίθεται από την πίστη στο Θεό και την ευλάβεια, την εργατικότητα, την προσήλωση στον ευγενή στόχο, την αγάπη και αυτοθυσία για την πατρίδα, το πάθος για τη μάθηση, αλλά και τη μετριοφροσύνη, την ευγένεια, το σεβασμό και τη γενναιοδωρία, υλική και ψυχική. Το ίδιο και οι ξένοι βιογραφούμενοι –Αμερικανοί ως επί το πλείστον–, συγκεντρώνουν τα ίδια χαρακτηριστικά και είναι εξίσου ελληνοπρεπείς. Ως επιστέγασμα όλων των παραπάνω θα λέγαμε πως, αν αληθεύει η διαπίστωση του Χ. Σακελλαρίου ότι η νεοελληνική παιδική λογοτεχνία δεν έχει καταφέρει να δώσει έναν τύπο ήρωα αντιπροσωπευτικό και γενικά αποδεκτό, παρά τη δυναμική του παλαιότερου και σύγχρονου εθνικού μας βίου29, ο Ζ.Β. με το έργο του επιδιώκει να καλύψει το κενό, προβάλλοντας τη δική του εκδοχή μιας ιδεατής ελληνικής συμπεριφοράς.
Αφηγηματικές τεχνικές: στον πόλο της παράδοσης
Ο Ζ.Β. εφαρμόζει μια ενδιαφέρουσα παιδαγωγική και συγγραφική τακτική. Αντί να θεωρητικολογεί, σπεύδει να δίνει εύστοχα παραδείγματα (exempla) που αισθητοποιούν τις όποιες αφηρημένες ιδέες του30.
Ως προς τις αφηγηματικές του τεχνικές, δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε κάποια καινοτομία ή προβάδισμα από την εποχή του. Ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης ενήλικας αφηγητής31 αφήνει το αποτύπωμά του έντονα στη διαδικασία της αφήγησης. Μία τα πάντα καθορώσα αφηγηματική συνείδηση έχει τον απόλυτο έλεγχο του χειρισμού του αφηγηματικού υλικού και κάποτε δηλώνει απερίφραστα την παρουσία του μέσα από το πρώτο πληθυντικό. Οι παρεμβάσεις του συχνά διασπούν την ψευδαίσθηση της αληθοφάνειας, και συχνά προοικονομεί σε βάρος του απαραίτητου σασπένς και της έκπληξης.  Oι χαρακτήρες αποδίδονται κυρίως μέσα από τις περιγραφές του32 και λιγότερο μέσα από τις πράξεις τους, γεγονός που επιβάλλει μία προδιαγεγραμμένη πρόσληψή τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αγνοεί ή δεν κάνει χρήση προηγμένων δυνατοτήτων της αφήγησης, όταν οι περιστάσεις το υπαγορεύουν. Έτσι διακρίνονται κομμάτια όπου η τριτοπρόσωπη εποπτεία υποχωρεί προς όφελος μιας εις βάθος ψυχο-αφήγησης, που αποκαλύπτει τον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, και κάποιες άλλες στιγμές σύντονου οίστρου, όταν ο αφηγητής ενστερνίζεται τις απόψεις των ηρώων του, ακούμε στην αφήγηση μέσω του ελεύθερου πλάγιου λόγου την αρμονική συνήχηση της φωνής του ήρωα και του ιδίου33, εφόσον μοιράζονται το ίδιο αξιακό σύστημα και ταυτίζονται ως προς το ήθος.
Γιατί ο Ζήσιμος Βιρβίλλης δεν αποτελεί αναγνωρίσιμη μονάδα της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας;
Στο παραπάνω ερώτημα πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν. Παρά το γεγονός ότι η παιδική λογοτεχνία έχει εξελιχθεί σε αυτόνομο είδος, με τα δικά του χαρακτηριστικά και θεωρητικά εργαλεία, εξακολουθεί στην κοινή συνείδηση να αποτελεί παρακλάδι και «αποπαίδι» της mainstream λογοτεχνίας34, εξού και η παραγνώριση ή η υποβάθμιση της αξίας των λογοτεχνών που την υπηρετούν35. Από την άλλη, η σχέση της λογοτεχνίας με το ευρύτερο πολιτικό και πολιτιστικό συγκείμενο και τη μεγάλη αφήγηση του έθνους οδηγεί στην άτυπη σύνταξη ενός κανόνα36 της παιδικής λογοτεχνίας, ενός μηχανισμού δηλαδή καθιέρωσης ανθρώπων και έργων, με σύμμαχους το εκδοτικό, ακαδημαϊκό, εκπαιδευτικό και πάσης φύσεως κατεστημένο, κανόνας ο οποίος επιβάλλει και εδραιώνει διακρίσεις. Οι μη μετέχοντες στον κανόνα συγγραφείς της περιφέρειας, παραμένουν συνήθως στη σκιά, με κριτήρια όχι αναγκαστικά λογοτεχνικά. Ο Βιρβίλλης, ευαίσθητος δέκτης των εξελίξεων του πεδίου της παιδικής λογοτεχνίας, αφουγκράζεται τους κραδασμούς του, τους αφομοιώνει και τους μετασχηματίζει δημιουργικά στο έργο του. Οι επιρροές του προδίδουν ενημέρωση, ευαισθησία, αλλά όχι δουλική μίμηση. Πολυσχιδής στα ενδιαφέροντα και προσηλωμένος στις αρχές του, δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε μια πλατιά γκάμα ειδών, από το παραμύθι και την ιστορική βιογραφία-μυθοπλασία μέχρι το αντιστασιακό και το αστυνομικό μυθιστόρημα, που του παρέχουν στην ουσία το άλλοθι για τη συγγραφή βιβλίων γνώσεων με έντονο παιδαγωγικό χαρακτήρα. Παρόλη την ηθικοπλαστική του διάθεση, καταφέρνει με ρεαλιστική-εικονοπλαστική δεινότητα να μεταδώσει λυρικό παλμό και δραματική συγκίνηση, ενώ είναι ευδιάκριτη σε όλο το έργο του η ειλικρίνεια των προθέσεών του. Το έργο του Βιρβίλλη, επιπλέον, συμμετέχει ενεργά στην προσπάθεια νοηματοδότησης της έννοιας της ελληνικότητας και προτείνει άλλοτε απερίφραστα και άλλοτε με εμμεσότητα την προσωπική του ερμηνευτική εκδοχή.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Γιάκος Δημήτριος, Ιστορία της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας του ΙΘ΄ και του Κ΄ αι. (βελτιωμένη και συμπληρωμένη), Αθήνα, Παπαδήμας, 1993 (1979), σ. 91.
2. Καπαδάκη-Σπύρου Καίτη, «Η ζωή, το έργο και η προσφορά δύο Πάτμιων καθηγητών του απόδημου Ελληνισμού, του Μιχάλη Μαυρουδή και του Ζήσιμου Βιρβίλλη», Πρακτικά Συμποσίου της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου, 2009.
3. Το δίλημμα σχετικά με το ποιος πρέπει να είναι ο πρωταρχικός χαρακτήρας ενός παιδικού βιβλίου, ο παιδαγωγικός ή ο αισθητικός, απασχόλησε μέχρι πρόσφατα τους δημιουργούς και θεωρητικούς της Παιδικής Λογοτεχνίας. Βλ. Χατζηδημητρίου Σοφία (επιμ.), Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Ελληνική Παιδική Λογοτεχνία. Το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον της, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1999, σσ. 103-107.
4. Μαλαφάντης Κωνσταντίνος, Παιδαγωγική της Λογοτεχνίας, τόμος Β΄, Αθήνα, Γρηγόρης, 2005, σ. 228. Αναφερόμενος ο μελετητής στις τεχνικές του Άλκη Τροπαιάτη, χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς τη φράση. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και μια δική μας παρατήρηση. Ο Άλκης Τροπαιάτης είχε επίσης γράψει μυθιστορηματικές βιογραφίες μεγάλων ανδρών, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και οι Λίβινγκστον και Λίνκολν, που φιλοξενούνται και στο έργο του Ζ.Β. Αυτές οι κοινές επιλογές τους προδίδουν μιαν ελάχιστη μεν, συγγενή δε, βάση παιδαγωγικών ενδιαφερόντων και ιδεολογικών θέσεων.
5. Townsed John Rowe, Written for Children: An Outline of Children’s English Literature, London, Garnet Miller, 1965, σ. 67.
6. Για τις περιπετειώδεις ιστορίες, βλ. Butts Denis, “â e adventure story”, στο: Stories and Society, Children’s Literature in its social context, Butts Denis (ed.), Macmillan, Lumiere Press Ltd, 1992, σσ. 64-83.
7. Σύμφωνα με άλλες ομαδοποιήσεις, τα βιβλία γνώσεων διακρίνονται σε διδακτικά και αφηγηματικά. Βλ. Siegfried Aust, Das Sachorientierte Kinder und Jugendbuch, L. Binder, Hrsg., Wien, 1983, σ. 22.
8. Καρπόζηλου Μάρθα, Το παιδί στη χώρα των βιβλίων, Αθήνα, Καστανιώτης, 1994, σσ. 104- 110.
9. Αγγελοπούλου Βίτω, Παιδικά βιβλία που βράβευσε ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 1970-1986, Αθήνα, 1987, ΚΕΠΒ (λογοτεχνικά έργα που ταξινομούνταν στις κατηγορίες «Ιστορίες και διηγήματα από τη φύση», «Χρονικά πολιτειών» και «Μυθιστορηματικές βιογραφίες», θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν και στα βιβλία γνώσεων).
10. Dulce-Utile στην Ars Poetica του Οράτιου (βλ. Wellek R. & Warren A., × eory Of Literature, Harmondsworth, 1963, σ. 29 κ.ε.
11. Anne Bower, Epistolary Responses: × e Letter in 20th-Century American Fiction and Criticism, University of Alabama Press, Tuscaloosa, AL., 1997, σ. 5.
12. Τον Ροβινσώνα του Defoe, εκφραστή του πνεύματος της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας με πρότυπο τον παραγωγό-καταναλωτή και την επίπλαστη αυτάρκειά του, ακολούθησαν μια σειρά από μεταπλάσεις του μύθου του ερημίτη, που κυμαίνονταν από τη γραμμή του ηθικοδιδακτισμού και του παιδαγωγισμού μέχρι αυτήν της αναθεώρησης του πολιτισμικούφιλοσοφικού μοντέλου της ζωής. Έτσι, ο 18ος και ο 19ος αι. μάς παρέχουν, μεταξύ άλλων, τον Γερμανό Ρoβινσώνα του J. H. von Campe (1779), τη θρησκευόμενη και ασυγκρουσιακή οικογένεια ερημιτών Robinson του Ελβετού Jean Wyss (1812-1813), τις παράξενες μέρες μερικών ναυτικών του Johann Schnaber ο οποίος συμβαδίζει με το πνεύμα του Διαφωτισμού προβάλλοντας τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά και τη Μυστηριώδη νήσο(1874) του Ι. Βερν, με το πρότυπο του τεχνοκράτη-δημιουργού. Ο 20ός αι., περισσότερο αναθεωρητικός και ανατρεπτικός, μας δίνει Ροβινσωνιάδες όπως του J. Giraudoux, με την ψυχική-εσωτερική μόνωση της ευαίσθητης έφηβης Σουζάνας (1921), την ποιητική συλλογή του Saint John Perse, Εικόνες για τον Ροβινσώνα Κρούσο (1904-1905), όπου η επιστροφή στον πολιτισμό μετατρέπει τον ήρωα σε νοσταλγό της ερημιάς του και τον Παρασκευά σε κουτοπόνηρο υπηρέτη, αλλά και τις δύο εκδοχές της Ροβινσωνιάδας του Michel Tournier (1967/1971), που βρίσκονται σε πλήρη αντιπαράθεση με το έργο του Defoe, καταγγέλλοντας την αλλοτριωτική επενέργεια του πολιτισμού (βλ. Ζερβού, Λογοκρισία και αντιστάσεις στα κείμενα των παιδικών μας χρόνων, Οδυσσέας, Αθήνα 1993, σσ. 171-187).
13. «Είναι πραγματικά να θαυμάζει κανείς πώς ένα παιδί σε τέτοια ηλικία σκέφτεται έτσι, όταν μερικά παιδιά, άλλο τίποτα δε σκέφτονται παρά τον εαυτό τους μόνο και ίσως πώς θα κάνουν μια καλή καριέρα στην κοινωνία μεγαλώνοντας» (από τη βιογραφία του Λίβινγκστον).
14. Επρόκειτο για εκδόσεις στο όνομα της Εκκλησίας, με σαφή ηθικοπλαστική ταυτότητα.
15. Μια συνήθης φαντασίωση του παιδιού είναι ότι έχει υιοθετηθεί και ότι οι πραγματικοί γονείς του είναι ευγενείς και πλούσιοι. Αυτή την περιέγραψε ο Φρόυντ (1909) ως οικογενειακό μυθιστόρημα (μύθο) και την ερμήνευσε ως ασυνείδητο μηχανισμό μέσω του οποίου το παιδί αντιμετωπίζει τις απαγορευμένες οιδιπόδειες επιθυμίες του και εκφράζει τη νοσταλγία του για τον χαμένο παράδεισο της βρεφονηπιακής ηλικίας (βλ. Freud Sigmund, “Family romances”, × e standard edition of the complete works of Sigmund Freud (vol. 9), Hogarth Press, 1909 (1959), σσ. 235-241. Με αφορμή ένα κοινωνικό μυθιστόρημα του Ι. Δ. Ιωαννίδη, ο Κ. Μαλαφάντης σχολιάζει τη δομή ορισμένων παιδικών αναγνωσμάτων ψυχαναλυτικά (Παιδαγωγική της Λογοτεχνίας, τόμος Β΄, σσ. 248-249) και αναφέρεται στη βαθιά δομή των οικογενειακών σχέσεων όπως παρουσιάζονται στην παιδική λογοτεχνία κάνοντας αναφορά και στην παραπάνω θεωρία.
16. Καλλέργης Ηρακλής, «Ματιές στο θρησκευτικό νεανικό μας μυθιστόρημα», στο: Το σύγχρονο ελληνικό παιδικό-νεανικό μυθιστόρημα (επιμ.: Τ. Τσιλιμένη), Αθήνα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, σσ. 144-154.
17. Τζιόβας Δημήτρης, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Οδυσσέας, 1989, σελ. 52.
18. Καλλέργης Εμμ. Ηρακλής, «Ελληνική και Ευρωπαϊκή παιδική λογοτεχνία», περ. Διαδρομές, τχ. 33, Άνοιξη 1994, σσ. 12-19 (13)· Δελώνης Αντώνης, Ελληνική παιδική λογοτεχνία,1835-198519. Μουλά Ευαγγελία, «Το δίλημμα “Παράδοση-Μοντερνισμός” και η αρχή της ελληνικότητας στο πεδίο του παιδικού βιβλίου», περ. Διαδρομές, τχ. 20, Χειμώνας 2005.
20. Θεοτοκάς Γ., Πνευματική Πορεία, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, χ.χ., σσ. 50-51.
21. Παρλαμάς Μ. Γ., 1972, «Ο σεβασμός προς τη λέξη», στο: Οι Επιφυλλίδες του Σαββάτου, Ηράκλειο Κρήτης, σ. 11.
22. Καλλέργης Εμμ. Ηρακλής, «Σκέψεις για τη Φύση και το Ρόλο της Παιδικής Λογοτεχνίας», Η παιδική λογοτεχνία και το μικρό παιδί, Εισηγήσεις στο Β΄ Σεμινάριο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Αθήνα, 1988, Καστανιώτης.
23. Στη θεωρία λογοτεχνίας ο Μπαχτίν χρησιμοποιεί την έννοια ως ανάμιξη δύο κοινωνικών γλωσσών, συνάντηση διαφορετικών γλωσσικών συνειδήσεων (βλ. Bakhtin Mikhail, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφρ.: Γιώργος Σπανός, Πλέθρον, Αθήνα 1980, σσ. 228-237.
24. Αργυρίου Α., 1983, «Το θέμα της Ελληνικότητας στην Πεζογραφία μας», στο: Τσαούσης Δημήτρης, Ελληνισμός-Ελληνικότητα: ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Αθήνα, Εστία, 2001 (4η έκδοση).
25. Κανατσούλη Μένη, Αμφίσημα της Παιδικής Λογοτεχνίας – Ανάμεσα στην ελληνικότητα και την πολυπολιτισμικότητα, Αθήνα, 2002, Σύγχρονοι Ορίζοντες.
26. Πολίτης Λίνος, Γύρω από το Σολωμό, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1985, σ. 375.
27. Livingstone R. W., Ελληνικά ιδανικά και σύγχρονη ζωή, μτφρ.: Χόνδρου Δ., χ.ε., 1950, σ. 64.
28. Οι Έλληνες της Διασποράς διαπνέονταν κυρίως από «πολιτισμικό πατριωτισμό», δηλαδή μια γενική συνείδηση ταύτισης των εθνικών αλλά και των οικονομικών τους συμφερόντων (κυρίως μετά το 1880 και την αυξανόμενη ιμπεριαλιστική διείσδυση) με την πολιτιστική υπεροχή. Η αρχαιολατρία τους ήταν περισσότερο ένδειξη αγνού θαυμασμού, και το εκπαιδευτικό δίκτυο, ελλείψει ενός κεντρικού οργανωτικού άξονα, είχε περισσότερο συμβολική παρά ταξική λειτουργία (βλ. Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Θεμέλιο, Αθήνα, 1992 (6η έκδοση), 1977, σσ. 470-477 & 492-495).
29. Σακελλαρίου Χ., «Ήρωες και πρότυπα συμπεριφοράς στην παιδική λογοτεχνία», στο: Κατσίκη-Γκίβαλου Άντα, Παιδική Λογοτεχνία: Θεωρία και Πράξη, τομ. Α΄, Αθήνα, 1993, Κα-στανιώτης, σσ. 119-128.
30. Μαλαφάντης Κωνσταντίνος, Παιδαγωγική της Λογοτεχνίας, τόμος Β΄, Αθήνα, 2005, Γρηγόρης, σ. 228. Βλ. και σημ. 4.
31. Rose Jaqueline, × e case of Peter Pan, the impossibility of children’s Þ ction, London Mac Millan, 1984, σ. 59.
32. Η R. Lukens υποστηρίζει ότι οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες μπορούν να αποδοθούν είτε μέσω περιγραφής από τον αφηγητή, είτε μέσω των σκέψεων και σχολίων των άλλων ηρώων, είτε μέσα από τις πράξεις τους (Βλ. Lukens Rebecca, A critical handbook of Children’s literature, Glenview, Ill. Scott-Foresman/Little Brown, 1990, σ. 43 κ.ε.).
33. Στην ορολογία της Cohn, ο ελεύθερος πλάγιος λόγος αποκαλείται «αφηγημένος μονόλογος» (σσ. 139-192). Στην περίπτωση του Ζ.Β. αποτελεί σταθερά συγκινησιακά δοσμένο μονόλογο, που πετυχαίνει την αρμονική με το χαρακτήρα συν-αφήγησης. Βλ. Cohn Dorrit, Transparent Minds. Narrative Modes for presenting Consciousness in Fiction, Princeton University Press, Princeton, 1978 (Διαφανή πρόσωπα. Αφηγηματικοί τρόποι για την παρουσίαση της συνείδησης στη μυθοπλασία, μτφρ.: Δήμητρα Γ. Μπεχλικούδη, Αθήνα, 2001, Παπαζήσης, σσ. 187-189).
34. Ζερβού Αλεξάνδρα, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, Πατάκης, Αθήνα, 1996, σσ. 113-116·Hunt Peter, “Childist criticism: â e Subculture of the Child, the Book and the Critic”, περ. Signal 43 (1984), σσ. 42-59.
35. Από τις τέσσερεις σημαντικότερες Ιστορίες Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Δημαρά, Πολίτη, Καμπάνη, Βουτιερίδη) απουσιάζουν σχεδόν παντελώς οι εκπρόσωποι της παιδικής λογοτεχνίας. Βλ. Μαλαφάντης Κωνσταντίνος, Θέματα παιδικής λογοτεχνίας, Αθήνα, 2001, Πορεία, σσ. 39-60.
36. Μουλά Ευαγγελία, Αρχαία Τραγωδία και παιδί, Αθήνα, 2010, Κριτική, σσ. 91: από τις πρώτες ρίζες μέχρι σήμερα, Αθήνα, Ηράκλειτος, 1986, σ 28
ΠΗΓΗ:https://skydrive.live.com/?cid=c54eb2ca342eb2e4&id=C54EB2CA342EB2E4%21445&Bsrc=SkyMail&Bpub=SDX.SkyDrive&authkey=!AIORoKI3-uxRuPs
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΠΑΤΜΙΟ":  Παραθέτουμε λίγα βιογραφικά στοιχεία για τονΠάτμιο κ. Ζήσιμο Βιρβίλλη.


                       ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ  και  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΤΟΥ ΖΗΣΙΜΟΥ  ΒΙΡΒΙΛΛΗ


      Ο   Ζήσιμος Βιρβιλλης γεννήθηκε στην Πάτμο της Δωδε-κανήσου το 1930. Είναι πτυχιούχος της ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ και της ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ Σχολής Αθηνών και  Αριστούχος της ΣΧΟΛΗΣ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ  ΜΕΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΣΕΛΜΕ).
     Κάτοχος  της Ιταλικής Γλώσσας και Στοιχείων της Γαλ-λικής και Αγγλικής. Δίδαξε  Θεολογικά και Φιλολογικά Μαθήματα σε ιδιωτικά και δημόσια Γυμνάσια και Λύκεια και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στις Σχολές Μετεκπαιδεύσεως Εφέδρων Αξιωματικών και Υπα-ξιωματικών του Β.Ν. στο Κέντρο Ναυτικής Εκπαιδεύσεως, στου Σκαραμαγκά. Σήμερα είναι Επίτιμος Λυκειάρχης.
        Χρημάτισε  Έφορος -  Γραμματεύς της Γενικής Εφο-ρείας του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων και συνεργάτης στα περιοδικά του Σώματος  «Ο ΠΡΟΣΚΟΠΟΣ» και «Ο ΚΡΙΚΟΣ ΤΩΝ ΒΑΘΜΟΦΟΡΩΝ»  και του Περιοδικού «ΠΑΝΤΑ ΕΜΠΡΟΣ»,                του Σώματος Προσκόπων Κύπρου.
         Είναι κάτοχος Πτυχίων διαφόρων Σχολών Προσκο-πικής Εκπαιδεύσεως  και της Ανωτάτης Προσκοπικής Εκ-παιδεύσεως «Δ.Δ. ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΥ ΔΑΣΟΥΣ».                     
        Χρημάτισε Ειδικός  Γραμματέας της Δωδεκανησιακής Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας (Δ.Ι.Λ.Ε.), τρείς φορές  μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου των Απανταχού Πατμίων  «ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ  ΞΑΝΘΟΣ Ο ΦΙΛΙΚΟΣ». Μέλος του Δ.Σ. και Ταμίας  του Φιλανθρωπικού  Σωματείου  «ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»  (Ιδρυτικής ο Γάλλος Κληρικός και Ανθρω-πιστής Αββά Πιέρ).
      Είναι Μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Κυ-κλαδικών Μελετών.
            Χρημάτισε Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου  του
   Διοικητικού Συμβουλίου Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Νεότητος και Διευθυντής Συντάξεως του Περιοδικού του Ε.Ε.Σ.Ν.
           Είναι ιδρυτικό Μέλος και πρώτος Πρόεδρος  του Συνδέσμου των Φοιτησάντων στην Πατμιάδα Εκκλη-σιαστική Σχολή.
           Από μαθητής έγραφε και δημοσίευε σε διάφορα Αθηναϊκά και Επαρχιακά περιοδικά και εφημερίδες στίχους και πεζά.  Στη συνέχεια ποιήματα και άρθρα,  χρονογραφήματα, μεταφράσεις και μελέτες, τα οποία έχουν δημοσιευθεί στα παρακάτω περιοδικά:  1)  Ο ΦΟΙΝΙΞ ΤΗΣ ΛΕΡΟΥ,  2) ΠΑΙΔΟΠΟΛΙΣ  3) ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ,  4) Η ΔΙΑΠΛΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ( Νέα Περίοδος) 5 ) Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ  6) ΑΚΤΙΝΕΣ, 7) ΤΟ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ 8) ΛΥΧΝΙΑ 9) Η ΠΑΤΜΟΣ 10) Η ΠΑΤΜΙΑΚΗ, 11) ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ (Έκδοση της Νομαρχίας Δωδεκανήσου), 12) ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, 13) ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 14) ΠΑΤΜΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ (Περιοδικό) ,  15) ΠΑΤΜΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ( Νέα Περίοδος Εφημερίδα) , 16) ΠΑΤΜΙΑΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΔΕΣ, 17)  ΑΙΟΛΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, 18)  ΕΠΤΑΦΩΤΟΣ, 19) Ο ΠΡΟΣΚΟΠΟΣ, 20) Ο ΚΡΙΚΟΣ ΤΩΝ ΒΑΘΜΟΦΟΡΩΝ, 21) ΠΑΝΤΑ ΕΜΠΡΟΣ, (Του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων Κύπρου),  22) ΚΥΚΛΑΔΙΚΑ, 23) ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ , 24 ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ», 25) ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ, 26) ΑΓΑΠΑΤΕ ΑΛΛΗΛΟΥΣ,  27) ΠΑΡΑΔΟΣΗ  κ.ά.    
    Συνεργάστηκε στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια των Νέων και τη Νέα Εγκυκλοπαίδεια (Χάρη Πάτση), στον Τόμο Γενικός Οδηγός του Γραπτού Λόγου  και στις Σχολικές Εκδόσεις του Εκδοτικού Οίκου Ι. Ρώσση, ( Μεταφράσεις από τα αρχαία, Αναλύσεις Νεοελληνικών Λογοτεχνημάτων, Λεξικά, Υποδείγματα Εκθέσεων κ.ά)
      Ίδρυσε και διεύθυνε τα περιοδικά  «ΤΟ ΑΤΡΟΜΗΤΟ ΕΛΛΗ-ΝΟΠΟΥΛΟ»  και  «ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΓΗΠΕΔΟΥ»,  των οποίων την κυκλοφορία  απαγόρευσε η Χούντα του 1967. Χρημάτισε Διευθυντής Συντά ξεως των Περιοδικών «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥ-ΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ»,  «ΠΑΤΜΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»  ( Περιοδικό -   Πρώτη Περίοδος)  και  «Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»  και «ΠΑΤΜΙΑΚΕΣ  ΣΕΛΙΔΕΣ».
     
        Ίδρυσε και διεύθυνε τους Εκδοτικούς Οίκους  «Ο ΠΛΑΤΩΝ» και «ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»

      Από τα έργα του σπουδαιότερα είναι τα εξής:
Α΄  Βιβλία Πρωτότυπα:  1)  ΜΙΚΡΟΙ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΕΣ (1962),  2) ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ ΡΟΒΙΝΣΩΝΕΣ (1963),  3) ΣΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΒΥΘΩΝ ( Πρώτο Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς-Αθλοθέτης ο Εκδοτικός Οίκος Ι.Κολλάρου  χ.χ.), 4) ΤΟ ΤΣΟΠΑΝΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΣΑΝΑΣ  - Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ  ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄ (Πρώτο Βραβείο  της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς – Αθλοθέτης η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος-Τέσσερις Εκδόσεις από την Αποστολικής Διακονία της Ελλάδος)

Ιωάννης Καποδίστριας


Ποιος Έλληνας είναι ο εθνικός ήρωας
της Ελβετίας;

Απίστευτο; Κι όμως είναι αλήθεια.
Ένας μεγάλος Έλληνας είναι εθνικός ήρωας στην Ελβετία. Δεν πρόκειται για μία αναγνώριση των ικανοτήτων ενός ατόμου ασχέτως εθνικότητος, αλλά για την ευγνωμοσύνη προς ένα Έλληνα, για την συμβολή του στην γέννηση ενός κράτους-έθνους, αυτού της Ελβετίας.
Αυτός ο Έλληνας είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας. Μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας, πράγμα που για την ελληνική πραγματικότητα αλλά και νοοτροπία, σημαίνει πως όσο αγαπήθηκε, άλλο τόσο τον μίσησαν. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το τραγικό του τέλος.
Ένα από τα στοιχεία της ζωής του Ιωάννη Καποδίστρια που είναι άγνωστα για τον Έλληνα, είναι πως ο πολιτικός αυτός δεν αγαπήθηκε μόνον εντός Ελλάδος. Και δεν αναφερόμαστε στην Ρωσία στην οποία έκτισε το πολιτικό του όνομα, αλλά στην Ελβετία.
Για να τα πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, το 1817 ο Ιωάννης Καποδίστριας λαμβάνει την ελβετική υπηκοότητα σε αναγνώριση της συμβολής του στη δημιουργία του ομοσπονδιακού συστήματος της Ελβετίας.
Το 1798, η Γαλλία εισβάλει και κατακτά την Ελβετία την οποία όμως δεν προσάρτησε αλλά διαμόρφωσε έτσι την διοικητική της μεταρρύθμιση, ώστε να αποτελεί ένα κρατίδιο δορυφόρο. Οι κινήσεις αυτές αλλά και οι διαθέσεις του Ναπολέοντος θορύβησαν την Ρωσία η οποία ήθελε να δει την δράση του να περιορίζεται.
Τελικά το 1813 ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίζεται ως εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία. Ο Καποδίστριας συνέβαλε στην ενότητα και ανεξαρτησία του κράτους της Ελβετίας υπό την νέα της δομή, καθώς ήταν από τους εμπνευστές του διαχωρισμού της, σε 19 αυτόνομα κρατίδια, τα καντόνια. Συνεισέφερε επίσης στην διαμόρφωση του ελβετικού συντάγματος, αλλά και την μετέπειτα ουδέτερη στάση της χώρας.
Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας και αργότερα εκπρόσωπος της Ρωσίας στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων το 1815, όπου πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη καθώς και την διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας.


Λωζάνη : προτομή του Ιωάννου Καποδίστρια ( 1776 - 1831 ), Ρώσος διακριτός διπλωμάτης και πολιτικός. Πρώτος Επίτημος Πολίτης του καντονιού Vaud και Πρώτος Επίτημος Δημότης της Πόλης της Λωζάνης. Πρώτος Πρόεδρος της Ελλάδος.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η ευγνωμοσύνη της Ελβετίας προς το πρόσωπο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος, δεν φθάνει μόνο μέχρι την χορήγηση υπηκοότητας, αλλά και πρόσφατα, η πόλη της Λωζάννης προέβη και σε μία ακόμη τιμητική κίνηση.
Μαζί με την κυβέρνηση της Ρωσίας, η πόλη της Λωζάννης, τον Σεπτέμβριο του 2009, έκανε τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια, παρουσία των Υπουργών Εξωτερικών της Ελβετίας Mισελίν Κάλμυ-Ρέυ και της Ρωσίας, Σεργκέυ Λαβρώφ, του Δημάρχου της Λωζάννης και του ελληνικής καταγωγής προέδρου της τοπικής βουλής του καντονίου Vaud, πρωτεύουσα του οποίου είναι η Λωζάννη, Πασκάλ Μπρουλής.
Η ορειχάλκινη προτομή, που είναι έργο του Ρώσου γλύπτη Βλαντιμίρ Σουρόβτσεφ, τοποθετήθηκε στη Λωζάννη «ως ένδειξη τιμής στον πρώτο Επίτιμο Δημότη της πόλης».
Επρόκειτο για μια πράξη που έγινε από κοινού από τη Ρωσία και την πόλη της Λωζάννης, τα δε αποκαλυπτήρια συνέπεσαν με την επίσημη επίσκεψη στην Ελβετία του Ρώσου Προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεφ.
ΠΗΓΗ:
defencenet.gr