Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Πάτμος

Η Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ... ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ Α ΗΧΟΥ

Χερουβικό Α΄ Ήχου

Ο Ενταφιασμός των νεκρών

ως διαχρονικό δομικό στοιχείο
της Νεκρώσιμης Ακολουθίας
1. Θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να τονισθή ότι για την ορθόδοξη θεολογία αυτός καθ  ἑαυτόν ο τρόπος διαθέσεως των νεκρολειψάνων είναι επί της ουσίας αδιάφορος σωτηριολογικά, αφού έχουμε ρητή τη βιβλική διαβεβαίωση: «ιδού μυστήριον υμίν λέγω· πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα…εν τη εσχάτη σάλπιγγι » (Α´ Κορ. 15,51-52). Αυτό σημαίνει ότι η ανάσταση των νεκρών σωμάτων δεν εξαρτάται σε καμμιά περίπτωση από τον τρόπο με τον οποίο φεύγουν οι άνθρωποι από τη ζωή αυτή. Και μπορεί μεν στην αρχαία Εκκλησία να είχε δημιουργηθή μια τέτοια αφελής λαϊκή αντίληψη, ότι η ολόσωμη ταφή των σωμάτων και η αδιατάρακτη παραμονή τους στον τάφο μέχρι τη δευτέρα παρουσία αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση της ανάστασής τους και της σωτηρίας της ψυχής[1], αλλ᾽ οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι και πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν κατηγορηματικά, ότι η ανάσταση των νεκρών είναι γενικά ένα μεγάλο θαύμα της παντοδυναμίας του Θεού, που ξεπερνάει την ανθρώπινη δυνατότητα. Γι᾽ αυτό και δεν έχει σημασία αν σε κάποιους ο θάνατος επέρχεται από φωτιά, αν άλλοι πνίγονται σε ποτάμια και θάλασσες η καταβροχθίζονται από θηρία, και αν άλλων το σώμα σαπίζει σκωληκόβρωτο μέσα στο τάφο[2].
Με βάση την ανωτέρω προϋπόθεση η από την αρχή υιοθέτηση της ταφής ως του μόνου χριστιανοπρεπούς τρόπου οικονομίας των νεκρών σωμάτων και η θεώρησή της ως βασικού διαχρονικού δομικού στοιχείου της Νεκρώσιμης Ακολουθίας δεν σχετίζεται πρωτογενώς προς το δόγμα της Εκκλησίας ως όρο σωτηρίας[3]. Αλλά συναρτάται κατ  ἀρχήν προς τον συμβολικό της λόγο, ο οποίος πρέπει να είναι «εύσημος» (Α´ Κορ. 14,9), δηλαδή, σαφής και αναγωγικός, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για το μυστήριο του θανάτου, ενώπιον του οποίου η Εκκλησία αποκτά αυτοσυνειδησία της πίστεώς της. Γι᾽ αυτό και η σημειολογία της Νεκρώσιμης Ακολουθίας δεν μπορούσε να στηριχθή πουθενά αλλού, παρά στην εξ αποκαλύψεως βιβλική αλήθεια περί του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, κύριο σύμβολο του οποίου είναι ο πανάγιος τάφος, στον οποίο εναποτέθηκε μετά τη σταύρωση το ζωηφόρο σώμα του[4]. Αυτός δ  ἀκριβῶς ο τάφος, που μνημονεύεται και στο σύμβολο της πίστεως[5], ως θρόνος και κοίτη του Χριστού, κατά την διδασκαλία της Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[6], απετέλεσε και το πρότυπο με βάση το οποίο διαμορφώνεται στη συνέχεια η διαμέσου των αιώνων αδιάσπαστη χριστιανική παράδοση περί της μετά θάνατον αποθέσεως των σωμάτων στους κόλπους της μητέρας γης[7].
 2. Πρώτη και κύρια συνέπεια της ανωτέρω χριστοκεντρικής θεώρησης είναι το γεγονός ότι στους τάφους των μαρτύρων της πίστεως, αλλά και όλων των πιστών, η Εκκλησία είδε την προέκταση του τάφου του Κυρίου μέσα στο χώρο και το χρόνο[8]. Γι᾽ αυτό οι τάφοι των μαρτύρων, μέσα στους οποίους εφυλλάσσοντο «ως «τιμιώτερα λίθων πολυτελών» τα ιερά λείψανά τους[9] απετέλεσαν και την πρώτη αγία τράπεζα, πάνω στην οποία η Εκκλησία άρχισε να επιτελεί το μυστήριο της αναμνήσεως του απολυτρωτικού έργου του Χριστού που είναι η Θεία Ευχαριστία[10]. Η αναστάσιμη ατμόσφαιρα της θείας λειτουργίας υπήρξε επίσης το πρώτο τελετουργικό πλαίσιο της επιτάφιας γενικά φροντίδας των νεκρών[11], η οποία και κατανοήθηκε  εξ υπαρχής ως γεγονός μη περιοριζόμενο στα όρια ενός ατομικού, οικογενειακού η και κοινωνικού συμβάντος, αλλ  ὡς υπόθεση που αφορά ολόκληρη την εκκλησιαστική κοινότητα. Ήδη ο Απ. Παύλος στο πλαίσιο της διδασκαλίας του περί του ανθρωπίνου σώματος ως ναού του αγίου Πνεύματος παρατηρεί ότι «ουκ εστε εαυτών … ηγοράσθητε γαρ τιμής» (Α´ Κορ. 6,20), γεγονός που σημαίνει ότι ο άνθρωπος στερείται του δικαιώματος αυτοδιαχείρησης του σώματός του, αφού δεν ανήκει ουσιαστικά στον εαυτό του, αλλά «έχει το είναι δεδανεισμένον» από το Θεό, όπως παρατηρεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής[12]. Γι᾽ αυτό και μετά τη θανή του ο νεκρός δεν οδηγείται  κατ  εὐθεῖαν στον τάφο, αλλά προσάγεται πρώτα στο ναό, γύρω από την αγία τράπεζα του οποίου συνάγεται η πνευματική του οικογένεια, η Εκκλησία, για  να κηρύξει ως από του λίθου του μνήματος, το του αγγέλου «φαιδρόν της αναστάσεως κήρυγμα»[13].
Αυτό το αναστάσιμο μήνυμα της Εκκλησίας διαμορφώνει στη συνέχεια τις συγκεκριμένες χριστομίμητες φροντίδες[14], με τις οποίες ανέκαθεν η αγάπη και η ευσέβεια των χριστιανών περιστέλλει τα προς ενταφιασμό προοριζόμενα λείψανα των εν Κυρίω κοιμηθέντων[15]. Πρόκειται για φροντίδες με τις οποίες όχι μόνο μορφοποιούνται οι αυθόρμητες ψυχολογικές και συναισθηματικές αντιδράσεις που προκαλεί σε κάθε άνθρωπο το φοβερό γεγονός του θανάτου, αλλ  ἐκφράζονται και βασικές αλήθειες της χριστιανικής πίστεως. Έτσι π.χ. η σύγκλειση των οφθαλμών και του στόματος και η κατάλληλη διευθέτηση των υπολοίπων μελών του σώματος, εξεικονίζει τη χριστιανική αντίληψη περί του θανάτου ως ύπνου[16], όπως υποδηλώνεται και με τη χρήση του χριστιανικού όρου «κεκοιμημένος» για τους θανόντες. Η απόλουση του νεκρού και η με αρωματικά έλαια χρίση, πέρα από τις απαιτήσεις της αισθητικής και της υγιεινής, παραπέμπει στο χριστιανικό βάπτισμα[17], απ᾽ όπου προέκυψε και η ευσεβής συνήθεια να χρησιμοποιείται ως σάβανο η σινδόνα με την οποία απομάσσονται εξερχόμενοι από την εμβάπτισή τους στον Ιορδάνη ποταμό οι προσκυνητές των αγίων τόπων[18]. Στην αρχαία και παγκόσμια συνήθεια να μη θάπτονται ποτέ γυμνοί οι νεκροί, η χριστιανική παράδοση προσέθεσε την ένδυσή τους με καινούργια ενδύματα «το καινόν ένδυμα της αφθαρσίας ημίν προμηνύοντες»[19]. Ο όλος δε σχηματισμός του νεκρικού λειψάνου με την σταυροειδή τοποθέτηση των χεριών και τη στροφή του προς ανατολάς[20], όπου έκειτο ο παράδεισος (Γεν. 2, 8-9), είναι στάση λειτουργική ενός προσευχομένου ανθρώπου, «την ανάστασιν αυτού δια του σχήματος προσημαίνοντες»[21].
Το ίδιο πνεύμα διαπνέει και τις εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα κατ  αὐτή καθαυτή την διαδικασία της εκκομιδής, κατά την οποία οι πιστοί κρατούσαν πχ. στα χέρια τους κλάδους φοινίκων, ως σύμβολα της νίκης κατά του θανάτου και της πίστης στην αθανασία, διαλαλώντας το ψαλμικό «Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει» (Ψαλμ. 92,12). Διότι «του φοίνικος  στενός μεν και γυμνός και περιορισμένος και υπό του φλοιού συμπιεζόμενος είναι ο κορμός, χλοάζουσα δε και καταστόλιστος καρπών και ελευθέρως παίζουσα με τας αύρας η κορυφή. Ούτω και η ζωή του δικαίου άρχεται μεν επί της γης ταύτης εν μέσω ταπεινώσεων και στερήσεων, κορυφούται δε εν ουρανοίς μακαρία και ευδαίμων. Εντεύθεν και εν τη Αποκαλύψει ο λευχείμων όχλος, ο εστώς ενώπιον του θρόνου του αρνίου, φοίνικας εν χερσίν φέρει»[22]. Αντίθετα οι ειδωλολάτρες κρατούσαν στα χέρια τους κλάδους κυπαρίσσων, σύμβολο απελπισίας, διότι το δένδρο αυτό άμα ξεραθή δεν αναθάλλει.
Αλλά και η ίδια η ισχύουσα σήμερα Νεκρώσιμη Ακολουθία έχει στο σύνολό της έναν έκδηλο χριστοκεντρικό χαρακτήρα, ο οποίος φαίνεται ιδιαίτερα στο γεγονός, ότι με ορισμένα επιμέρους δομικά της στοιχεία εξεικονίζονται και παροντοποιούνται για τους χριστιανούς όλων των αιώνων αντίστοιχες στιγμές της προς τον σταυρικό θάνατο και τον ζωηφόρο τάφο του πορείας του Κυρίου Ιησού Χριστού. Έτσι η εν λόγω Ακολουθία εισάγεται σήμερα με τον 118ο ψαλμό, τον γνωστό «Άμωμο», ο οποίος συνιστά ένα μοναδικής σημασίας εγκώμιο του νόμου του Θεού, ως οδηγού στην πνευματική ζωή των πιστών[23]. Με την έννοια αυτή συμπεριλαμβάνετο μεταξύ των ψαλμών εκείνων που εψάλλοντο από τους Ιουδαίους μετά το πέρας του πασχάλιου δείπνου, τον οποίο προφανώς έψαλε και ο Κύριος τη νύχτα του μυστικού δείπνου, όπως, κατά μίμησή του και πολλοί μάρτυρες στις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής τους[24]. Αυτός, θεωρούμε, ότι είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο η Εκκλησία καθιέρωσε ο «Άμωμος» να ψάλλεται αρχικά, ως επιθανάτια προσευχή, δηλαδή, ως μια τελευταία υπενθύμιση του τρόπου ζωής του Χριστού και των αγίων, τον οποίο πρέπει να έχουν οι πιστοί ως πρότυπο προς μίμηση κατά την επί γης βιοτή τους[25]. Αργότερα μετά την διαμόρφωση της Ακολουθίας εις Ψυχορραγούντα[26] ο «Άμωμος» εντάχτηκε στην Νεκρώσιμη Ακολουθία, όπου προσέλαβε και τον χαρακτήρα μιας ευχαριστίας και δοξολογίας της Εκκλησίας προς τον ουράνιο Πατέρα, κατά μίμηση αυτής που ανείπε προ του πάθους και ο μονογενής του Υιός, για την «χριστοειδή λήξη»[27] του εκάστοτε κηδευομένου μέλους της.
Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους Μακαρισμούς (Ματθ. 5,3-12,1), οι οποίοι αποτελούν ένα από τα αρχαιότερα και σταθερότερα δομικά στοιχεία της εξόδιας ακολουθίας, το οποίο ευτυχώς διατηρείται ως σήμερα[28], παρά τη διαγραφή του κατά την υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου γνωστή αναδιάταξη της εν λόγω ακολουθίας[29]. Τμήμα της «επί του όρους ομιλίας» του οι επιγραμματικές αυτές ρήσεις του Κυρίου (Ματθ. 5,3-12 / Λουκ. 6,20-49) συνοψίζουν τις βασικές αρχές του τέλειου ηθικού νόμου, ως οδού ζωής, που έφερε το χριστιανικό ευαγγέλιο στον κόσμο, γι᾽ αυτό και συμπεριλαμβάνονται σε πλείστες όσες ακολουθίες της βυζαντινής λατρείας[30]. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη για το θέμα μας σημασία είναι ότι κατά την ψαλμώδηση των μακαρισμών χρησιμοποιείται ως εφύμνιο το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42) του  ευγνώμονος  ληστού, στίχος ο οποίος απετέλεσε και την πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία πλήθους τροπαρίων, κατά τους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής, που παρεμβάλλονται μεταξύ των μακαρισμών. Από τα εν λόγω τροπάρια στην ισχύουσα σήμερα Νεκρώσιμη Ακολουθία ψάλλονται αυτά του πλ. β´ ήχου, μέσα από τα οποία παριστάνεται αυτή η επί του σταυρού σωτήριος ομολογία πίστεως του ληστού ως μια ομολογία πίστεως και του καθενός εξοδεύοντος πιστού, και ταυτόχρονα μια έσχατη κραυγή μετανοίας και εκζήτησης του θείου ελέους, ώστε να γίνει και αυτός όπως ο ληστής, μέτοχος της θείας βασιλείας. Είναι αντιπροσωπευτικό επ αὐτοῦ το πρώτο από τα εν λόγω νεκρώσιμα τροπάρια των μακαρισμών: «Ληστήν του παραδείσου, Χριστέ, πολίτην, επί σταυρού σοι βοήσαντα το μνήσθητί μου προαπειργάσω. Αυτού της μετανοίας αξίωσον καμέ, τον ανάξιον».
Στα πλαίσια της Νεκρώσιμης Ακολουθίας η Ορθόδοξη Εκκλησία βάζει ακόμη τους πιστούς της  να αποχαιρετούν τον θανόντα αδελφό με έναν «τελευταίο ασπασμό», ο οποίος αποτελεί πολύτιμο κατάλοιπο της παλαιάς τελετουργικής συνάρθρωσης της Νεκρώσιμης Ακολουθίας με τη Θεία Λειτουργία. Και στην μεν Θεία Λειτουργία ο ασπασμός που ανταλλάσουν οι πιστοί υποδηλώνει το σύνδεσμο αγάπης που πρέπει να συνέχει τις καρδιές τους, ως προϋπόθεση για την ομολογία της πίστεως, η οποία ακολουθεί[31]. Στη Νεκρώσιμη, όμως, Ακολουθία ο αποχαιρετιστήριος αυτός ασπασμός προσλαμβάνει ένα ακόμη περισσότερο διευρυμένο νόημα. Διότι με τον τρόπο αυτό αισθητοποιείται η χριστιανική αλήθεια, ότι και μετά τον χωρισμό του θανάτου δεν αίρεται ποτέ αυτή η ένωση και κοινωνία που συνδέει τα μέλη του σώματος της Εκκλησίας. Αντίθετα ο θάνατος και η προσδοκώμενη ανάσταση των νεκρών είναι η οδός διαμέσου της οποίας και οδηγούνται τελικά όλοι οι πιστοί σε μια αιώνια εν Χριστώ κοινωνία  ζωής[32]. Σ  αὐτή δ  ἀκριβῶς τη χριστοκεντρικότητα της μεταξύ ζώντων και κεκοιμημένων κοινωνίας που εκφράζει κατ  αὐτό τον τόσο ρεαλιστικό τρόπο ο τελευταίος ασπασμός στηρίζεται και η χριστιανική παράκληση των πενθούντων, που αποτελεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έναν από τους βασικούς σκοπούς της Νεκρώσιμης Ακολουθίας.
3. Κορύφωση αυτής της χριστοκεντρικής τυπολογίας της Νεκρώσιμης Ακολουθίας αποτελεί αυτή καθαυτή η στιγμή της καταθέσεως του νεκρικού σκηνώματος στους κόλπους της γης[33], η οποία γη, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, «μήτηρ και τροφός ημίν γεγένηται, και εξ αυτής και τρεφόμεθα, και πάντων των άλλων απολαύομεν, και προς αυτήν πάλιν επάνιμεν· αύτη γαρ ημίν και πατρίς και τάφος εστίν»[34]. Σύμφωνα με την ισχύουσα σήμερα τάξη[35], που απηχεί σύνολη τη σχετική χριστιανική παράδοση, δύο τελετουργικά στοιχεία κυριαρχούν κατά τη στιγμή αυτή, στα οποία πιθανότατα λανθάνουν και αρχαιότατες πανανθρώπινες συνήθειες, τις οποίες η Εκκλησία ανανοηματοδότησε χριστιανικά.
Το πρώτο είναι η σταυροειδής επίχυση ελαίου επί του λειψάνου, η οποία πιθανώτατα αντικατέστησε τις επίσης τριπλές (τρίσπονδες) ειδωλολατρικές χοές από μελίκρατο, οίνο και νερό, που ήταν ένα είδος ιλαστήριας προσφοράς στους νεκρούς[36]. Αντίθετα η εν λόγω  χριστιανική πρακτική εμπνέεται από τη βιβλική θεολογία περί του αγίου Βαπτίσματος ως «ομοιώματος» του τάφου του Χριστού (Ρωμ. 6,3-6)[37] και παραπέμπει και στα δύο άλλα αφετικά των αμαρτιών μυστήρια, δηλαδή, της Μετανοίας, και του Ευχελαίου, ως βασικά στοιχεία της προ του θανάτου μυστηριακής προετοιμασίας του πιστού[38]. Ταυτόχρονα η χρίση αυτή αποτελεί μια έσχατη τιμητική εκδήλωση προς τα «ομοπόρευτα και ομόζυγα των ψυχών σώματα»[39], που πορεύονται και αυτά προς την εσχατολογική τους ανακαίνιση, κατά την όραση του προφήτου Ιεζεκιήλ περί των ξηρών οστών (Ιεζ. 37,1-14), που παλαιότερα ανεγινώσκετο εκτός της Μ. Παρασκευής[40] και  κατά την εξόδιο ακολουθία των πιστών[41].
Το δεύτερο στοιχείο είναι η σταυροειδής επίρριψη επί του νεκρικού σκηνώματος χώματος, το  οποίο αποτελεί κατ  ἀρχήν ένα «μάθημα φιλοσοφικώτατον εν στιγμή ψυχολογικωτάτη προσφερόμενον τοις το ύστατον τον νεκρόν αποχωριζομένοις». Διότι «το χώμα  επιρριπτόμενον επί του νεκρού ως βόλος γης θρυμματισμένος εν τη πτώσει του, σημαίνει την επικειμένην διάλυσιν του σώματος εις τα εξ ων συνετέθη στοιχεία και το μάταιον της γηίνης ημών υποστάσεως και το κενόν των εγκοσμίων προσπαθειών και μόχθων και αγώνων εις δίπηχυ μνήμα κατασταλαζόντων»[42]. Πέραν όμως αυτού στο τελετουργικό αυτό στοιχείο η χριστιανική ψυχή είδε και μια σε πνεύμα ευχαριστίας[43] αισθητοποίηση της υπό την προστασία του δημιουργού Θεού επίσημης «καταθέσεως»[44] του λειψάνου «εις το ταμιείον της γης»[45], σύμφωνα με το βιβλικό «Γη ει και εις γην απελεύσει» (Γεν. 3,19)[46]. Παλαιότερα κατά τη στιγμή αυτή ελέγοντο και άλλα τροπάρια[47],εμπνευσμένα από αντίστοιχα χωρία της Αγίας Γραφής[48],όπου το ανθρώπινο σώμα παρομοιάζεται με σπασμένο κεραμικό σκεύος, το οποίο αν και διαλύεται προσωρινά εξ αιτίας της προγονικής παρακοής «ως εις χωνευτήριον της γης καθίσταται, πάλιν αναπλασθησόμενον, ου τοιούτον φθειρόμενον, αλλά καθαρόν, και μηκέτι φθειρόμενον»[49].
Ιδιαίτερα από την τελευταία ανωτέρω παρατήρηση γίνεται νομίζουμε φανερό, ότι ο ενταφιασμός των νεκρών στα σπλάχνα της μητέρας γης είναι για τους χριστιανούς «ιερός και αιδέσιμος» νόμος της φύσεως[50], τον αρχετυπικό χαρακτήρα του οποίου αποκατέστησε ο ίδιος ο Κύριος με το προσωπικό του παράδειγμα. Με βάση, λοιπόν, αυτά τα κατά φύσιν «νενομισμένα» (φυσικό δίκαιο), οι χριστιανοί παραδίδουν «μετά τιμής» τα σώματα των νεκρών των «ταφή», επειδή πιστεύουν, ότι αποτελούν «όργανον και οικητήριον της λογικής ψυχής», τα οποία αμφότερα μόνον αυτοί γνωρίζουν να τιμούν όπως πρέπει[51]. Αυτό το «παρ᾽ ἡμῖν έθος» (εθιμικό δίκαιο), επέχει «δύναμιν νόμου», διότι μας περεδόθη ως θεσμός «υφ  ἁγίων ανδρών»[52], και τον τηρούμε «αποστολικαίς και πατρικαίς επόμενοι παραδόσεσιν»[53]. Όταν δε αυτοί οι άγιοι άνδρες, όπως είναι οι μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας συμφωνούν επί ενός θέματος (consensus patrum), διότι έτσι «παντού, πάντοτε, και υπό πάντων επιστεύθη»[54], τότε γίνονται ιερή παράδοση, ισόκυρη προς την Αγία Γραφή, σταθερό, δηλαδή, και αμετάβλητο σημείο αναφοράς για την πίστη της Καθολικής Εκκλησίας[55].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Φαίνεται ότι η αντίληψη αυτή προέκυψε από την αναγκαιότητα προστασίας των τάφων από τους τυμβωρύχους, γεγονός που οδήγησε πρώτα στην από τους εθνικούς θεώρηση του τάφου ως «οίκου αιωνίου». Η αντίληψη αυτή πέρασε στη χριστιανική παράδοση, όπου προφανώς ενισχύθηκε και από την παρανόηση ορισμένων πατερικών χωρίων, όπως π.χ. Ιω. Χρυσόστομος, Εις Ιωάννην, ομιλ. πε , ε . PG 59, 465-466: «Αλλά και το σώμα ανέπαφον είναι μέχρι της αναστάσεως». Εις Α´ Κορ. ομιλ. λθ , γ , PG 61, 336: «Ει γαρ ουκ ανίσταται το σώμα, αστεφάνωτος η ψυχή μένει έξω της μακαριότητος εκείνης της εν ουρανοίς· ει δε τούτο, ουδενός απολαυσόμεθα τότε καθόλου». Για περισσότερα βλ. Ντάντης, μν. εργ., σσ. 31-32, 166-168.
[2] Τατιανός, Προς Έλληνας 6. ΒΕΠΕΣ 4, σ. 245: «Καν πυρ εξαφανίση μου το σαρκίον, εξατμισθείσαν την ύλην ο κόσμος κεχώρηκε· καν εν ποταμοίς καν εν θαλάσσαις εκδαπανηθώ καν υπό θηρίων διασπασθώ, ταμείοις εναπόκειμαι πλουσίου δεσπότου. Και ο μεν πτωχός και άθεος ουκ οίδεν τα αποκείμενα, θεός δε ο βασιλεύων, ότε βούλεται, την ορατήν αυτώ μόνον υπόστασιν αποκαταστήσει προς το αρχαίον». Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχησις ΙΗ. ΒΕΠΕΣ 39, σσ. 233-237: «Και λέγουσι προς ημάς ταύτα Έλληνες ομού και Σαμαρείται. Πεπτωκεν ο άνθρωπος ο τελευτήσας και σέσηπε και εις σκώληκας όλος ανελύθη, και οι σκώληκες τεθνήκασιν. Σηπεδών τοιαύτη και απώλεια διεδέξατο το σώμα· πως ουν εγείρεται; τους ναυαγήσαντας ιχθύες καταβεβρώκασι, και αυτοί κατεβρώθησαν. Των θηριομαχησάντων άρκτοι και λέοντες και αυτά τα οστέα λεπτύναντες ανήλωσαν. Γύπες και κόρακες των χαμαί ριφθέντων νεκρών τας σάρκας φαγόντες εις πάντα τον κόσμον απέπτησαν. Ποθεν συνάγεται το σώμα; εγχωρεί γαρ των ορνίθων των φαγόντων τον μεν εν Ινδική τελευτήσαι, τον δε εν Περσίδι, τον δε εν Γοτθία. Πυρί καταφλεγέντων ετέρων και αυτήν την σποδιάν διεσκόρπισεν όμβρος η άνεμος, πόθεν συνάγεται το σώμα; Σοι τω ανθρώπω μικροτάτω όντι και ασθενεί μακράν της Γοτθίας η Ινδική, και Σπανία Περσίδος. Θεώ δε τω κατέχοντι πάσαν την γην εν δρακί πάντα εγγύς. Μη τοίνυν προς την σην ασθένειαν αδυναμίαν κατηγόρει θεού, αλλά τη εκείνου δυνάμει πρόσεχε μάλλον».
[3] Φουντούλης Ι., «Νεκρώσιμα Τελετουργικά», στο Τελετουργικά θέματα (Α ), Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2002, σ. 162: «Ουδέποτε η ταφή θεωρήθηκε προϋπόθεση για την ανάσταση. Στις τοιχογραφίες και σε άλλες παραστάσεις εικονίζεται η θάλασσα να δίνει τους νεκρούς της (Αποκ. 20,13) και τα ποικίλα σαρκοβόρα θηρία και όρνεα να επιστρέφουν τα μέλη των ανθρώπων που κατασπάραξαν. Θα έλεγα, γιατί όχι και το παμφάγον πυρ να ανασυγκολλά τα σώματα εκείνα που διεσκόρπισε στους τέσσερις ανέμους. Η ταφή, όμως, πιο ανθρώπινη, πιο φιλάνθρωπη, πιο ευγενής και θεολογικά πιο εκφραστική, ως επιστροφή στους κόλπους της μητέρας γης, κατά το «γη ει και εις γην απελεύση» της Γραφής (Γεν. 3,19) και το  πατερικό « απόδος τον χουν τω χοϊ», κατά το πρότυπο της ζωηφόρου ταφής του Κυρίου, ήταν και παραμένει για την ορθόδοξη τουλάχιστον Εκκλησία, η φυσικότερη λύση του ανθρωπίνου δράματος».
[4] Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιεί και ο Μ. Αντώνιος, όταν καταδικάζει τη συνήθη στην περιοχή της Αλεξάνδρειας ταρίχευση των νεκρών λέγοντας, ότι «οι Αιγύπτιοι τα των τελευτώντων σπουδαίων σώματα, και μάλιστα των αγίων μαρτύρων, φιλούσι μεν θάπτειν και περιελίσσειν οθονίοις· μη κρύπτειν δε υπό γην, αλλ’ επί σκιμποδίων τιθέναι, και φυλάττειν ένδον παρ’ εαυτοίς· νομίζοντες εν τούτω τιμάν τους απελθόντας. Ο δε Αντώνιος πολλάκις περί τούτου και επισκόπους ηξίου παραγγέλλειν τοις λαοίς· ομοίως δε και λαϊκούς ενέτρεπε, και γυναιξίν επέπληττε, λέγων, μήτε νόμιμον, μήτε όλως όσιον είναι τούτο. Και γαρ τα των πατριαρχών και τα των προφητών σώματα μέχρι νυν σώζεται εις μνήματα· και αυτό δε το του Κυρίου σώμα εις μνημείον ετέθη, λίθος τε επιτεθείς έκρυψεν αυτό, έως ανέστη τριήμερον. Και ταύτα λέγων, εδείκνυε παρανομείν τον μετά θάνατον μη κρύπτοντα τα σώματα των τελευτώντων, καν άγια τυγχάνη. Τι γαρ μείζον η αγιώτερον του Κυριακού σώματος; Πολλοί ουν, ακούσαντες, έκρυψαν υπό γην λοιπόν, και ηυχαρίστουν τω Κυρίω, καλώς διδαχθέντες. Αυτός δε, τούτο γινώσκων, και φοβούμενος μη και το αυτού ποιήσωσιν ούτως σώμα, ήπειξεν εαυτόν, συνταξάμενος τοις εν τω έξω όρει μοναχοίς· και εισελθών εις το ένδον όρος, ένθα και μένειν ειώθει, μετά μήνας ολίγους ενόσησε… ει μέλει υμίν περί εμού, και μνημονεύετε ως περί πατρός, μη αφείτέ τινας το σώμά μου λαβείν εις Αίγυπτον, μήπως εν τοις οίκοις απόθωνται· τούτου γαρ χάριν εισήλθον εις το όρος, και ήλθον ώδε. Οίδατε δε και πως αεί ενέτρεπον τους τούτο ποιούντας, και παρήγγελλον παύσασθαι της τοιαύτης συνηθείας. Θαψατε ουν το ημέτερον υμείς, και υπό γην κρύψατε· και έστω το παρ  ἐμοῦ ρήμα φυλαττόμενον παρ  ὑμῖν, ώστε μηδένα γινώσκειν τον τόπον, πλην υμών μόνων. Εγώ γαρ εν τη αναστάσει των νεκρών απολήψομαι παρά του Σωτήρος άφθαρτον αυτό… Ταύτα ειπών, και ασπασαμένων εκείνων αυτόν, εξάρας τους πόδας, και ώσπερ φίλους ορών τους ελθόντας επ  αὐτὸν, και δι’ αυτούς περιχαρής γενόμενος, εφαίνετο γαρ ανακείμενος ιλαρώ τω προσώπω, εξέλιπε, και προσετέθη προς τους πατέρας. Κακείνοι λοιπόν, καθά δέδωκεν αυτοίς εντολάς, θάψαντες και ειλίξαντες, έκρυψαν υπό γην αυτού το σώμα, και ουδείς οίδε τέως, που κέκρυπται, πλην μόνων αυτών των δύο. Μ. Αθανάσιος, Βίος Αντωνίου, ΒΕΠΕΣ 33, σσ. 54-55.
[5] «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα».
[6] Mansi J.D., Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τομ. 13, Graz 21960, στ. 44-45.
[7] Οικονόμου Ηλ., «Η θεολογία της τιμής προς τους αγίους τόπους» στο  Εικοσιπενταετηρίς της αρχιερατείας της ΑΘΜ του πατριάρχου Ιεροσολύμων κ. Διοδώρου του Α , εν Ιεροσολύμοις 1988, σ. 33.
[8]Κοντογιάννης Σ., «Η ιερότητα των ταφικών μνημείων», Δήμος Αθηναίων ,Η προστασία των μνημείων της Αθήνας. Α Κοιμητήριο Αθηνών. Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα Δεκέμβριος 2000, σ. 34. Πρβλ. Φειδας Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία Α , Αθήναι 1994, σσ. 286-288.
[9] Μαρτύριον Πολυκάρπου XVIII. ΒΕΠΕΣ 3 , σ. 26.
[10] Βλ. σχετικά:  Σωτηρίου Γ., Χριστιανική και βυζαντινή αρχαιολογία, τομ. Α´, Χριστιανικά κοιμητήρια, εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, Εν Αθήναις 1942, σσ. 69-80. Αντουράκης Γ., «Αρχαία μαρτύρια και χριστιανικοί ναοί. Η επίδραση των μαρτύρων στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας», Ο άγιος και ο μάρτυρας στη ζωή της Εκκλησίας, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1994, σσ. 234-292.
[11] Βλ. Μιλόσεβιτς Ν., Η Θεία Ευχαριστία ως κέντρον της Θείας Λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της Θείας Ευχαριστίας. εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 294-297. Velkovska El.,“Funeral Rites according to the Byzantine Liturgical Sources”, Dumbarton Oaks Papers 55 (2001),σ. 21. Πρβλ. Σκαλτσης Π., «Θεολογικές προϋποθέσεις της εκκλησιαστικής κήδευσης και ιστορική εξέλιξη της Νεκρωσίμου Ακολουθίας», Ιερά Μητρόπολις Δράμας, Νεκρώσιμα Τελετουργικά , Δράμα 2001, σ. 78 εξ.
[12] Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών. PG 90,893C. Βλ. σχετικά Ζηζιούλα Ι. (Μητρ. Περγάμου), «Από το προσωπείον εις το πρόσωπον. Η συμβολή της πατερικής θεολογίας εις την έννοιαν του προσώπου» στο Χαριστήρια εις τιμήν του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 302. Πρβλ. Δουνδουλάκη Εμ. «Η σωματική αυτοδιαχείριση στην Ορθόδοξη Παράδοση», Η καύση των νεκρών στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Μελέτες Ορθοδόξου Θεολογίας), εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 83-89.
[13] Απολυτίκιον του δ´ ήχου.
[14] Του εν αγίοις Πατρός ημών Επιφανίου επισκόπου Κυπρου λόγος εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την εν τω άδη του Κυρίου κατάβασιν, μετά το σωτήριον πάθος παραδόξως γεγενημένην, PG 43,448-449: «Άρα γαρ, άρα, ειπέ μοι, ω Ιωσήφ, και προς ανατολάς καταθάπτεις νεκρόν, την ανατολήν των ανατολών; άρα δε και τοις σοις δακτύλοις νεκροπρεπώς Ιησού κατακλείεις τα όμματα του τω αχράντω δακτύλω του τυφλού ανοίξαντος όμμα; άρα δε και το στόμα περικλείεις του το μογιλάλου ανοίξαντος στόμα; άρα δε και χείρας περιστέλλεις του εκτείναντος τας ξηρανθείσας χείρας; η και τους πόδας νεκροπρεπώς καταδεσμείς του το βαδίζειν δόντος τοις ακινήτοις ποσίν; άρα και επί κλίνης αίρεις τον τω παραλύτω κελεύσαντα· Άρον σου τον κράβατον, και περιπάτει; άρα δε και μύρα κενοίς τω ουρανίω μύρω τα εαυτού κενώσαντι, και κόσμον αγιάσαντι; άρα και την θεόσωμον έτι αιμορροούσαν εκείνην Ιησού εκμάξαι τολμάς πλευράν, του την αιμορροούσαν ιασαμένου Θεού; άρα δε και ύδατι καταπλύνεις σώμα Θεού, του πάντας εκπλύναντος, και την κάθαρσιν δόντος; Ποίας δε άρα και λαμπάδας υπανάψεις τω φωτί τω αληθινώ, τω φωτίσαντι πάντα άνθρωπον; ποίας δε και άσεις επιταφίους ωδάς τω ασιγήτως αινουμένω υπό πάσης ουρανίου στρατιάς; άρα δε και δακρυρροείς ως νεκρόν τον δακρύσαντα, και νεκρόν τετραήμερον τον Λαζαρον αναστήσαντα; άρα δε και θρήνους ποιείς τω την χαράν πάσι διδόντι, και την λύπην της Εύας διαλύσαντι;»
[15] Βλ. σχετικά Τζέρπος Δ. (Πρωτοπρ.), «Το νεκρικό λείψανο και η επιτάφια φροντίδα του», Ο αγιασμός της ζωής των πιστών, Μελέτες επί των ιερών ακολουθιών του Μικρού Ευχολογίου, Εκδόσεις Τήνος, Αθήναι 2006, σσ. 92-131. Πρβλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Ο χριστιανικός ναός και τα εν αυτώ τελούμενα, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι, σσ. 547-55. Του Ιδιου, Πέραν τάφου, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι 1972, σσ. 34-42. Χριστοδούλου Θ. (Πρωτοπρ.), Περί της κηδείας, Εκδόσεις Ομολογία, Αθήναι 2004, σσ. 35-70 .
[16]  Είναι αντιπροσωπευτικός εδώ ο λόγος του αγίου Γρηγορίου Νύσσης Εις τον βίον της οσίας Μακρίνης, ΒΕΠΕΣ 69,115-116: “ουδέν γαρ των επανορθούντων οι οφθαλμοί προσεδέοντο, καθάπερ επί του κατά φύσιν γίνεται ύπνου, τοις βλεφάροις ευκόσμως διειλημμένοι· τα τε χείλη προσφυώς μεμυκότα και αι χείρες ευπρεπώς επανακλιθείσαι τω στήθει πάσά τε η του σώματος θέσις αυτομάτως κατά το εύσχημον αρμοσθείσα ουδέν της των κοσμούντων χειρός επεδέετο”.
[17] Συμεων Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών τξη . PG 155, 688Α: « Δια τούτο ουν και ύδατι σπόγγω αποσμήχουσιν σταυρού τύπω τα λείψανα κατά το μέτωπον, τα όμματα, το στόμα τε και το στήθος, έτι τε τα γόνατα και τας χείρας και ελαίω αλείφουσιν. Το γαρ έλαιον των αγώνων εστί σημαντικόν. Και ότι ο κοιμηθείς καλώς και ευλαβώς αγωνισάμενος τετελείωται και του θείου ελέους αξιωθήσεται και της λαμπράς ιλαρότητος του θείου φωτός».
[18] Τρεμπέλας Π., Μικρόν Ευχολόγιον κατά τους εν Αθήναις ιδία κώδικας, τομ. Α´, Αθήναι 1950, σσ. 297,350. Η ίδια αντίληψη περί της νέας εν Χριστώ ζωής υπόκειται και στην  υπό του ιερού Χρυσοστόμου μαρτυρούμενη συνήθεια (Περί νηστείας γ . PG 60,715) να ονομάζονται «σπάργανα» οι επίδεσμοι με τους οποίους περιετυλίσσοντο στην εποχή του τα νεκρολείψανα, όπως τα σπαργανούμενα βρέφη.
[19] Ιω. Χρυσόστομος, Περί μετανοίας. PG 60, 725.
[20] Ιω. Χρυσόστομος, Περί υπομονής. PG 60, 725: «προς ανατολάς την σωρόν κειμένην σχηματίζομεν, την ανάστασιν αυτού δια του σχήματος προσημαίνοντες». Πρβλ. Μ. Βασίλειος, Περί αγίου Πνεύματος, 27. ΒΕΠΕΣ 52, σ. 288. Γρηγόριος Νύσσης, Εις την Κυριακήν προσευχήν 5.  ΒΕΠΕΣ 66, 363.
[21] Ιω. Χρυσόστομος, Περί υπομονής, PG 60, 725.
[22] Βλ. Καλλίνικος, μν. εργ., σσ. 552-553.
[23] Κατά τον Μ. Αθανάσιο (Εξηγήσεις εις τους ψαλμούς, ριη´, ΒΕΠΕΣ 32, σ. 262) ο ψαλμός αυτός περιγράφει «των αγίων την πολιτείαν,τους αγώνας, τας θλίψεις, τα σκάμματα, τας των δαιμόνων επαναστάσεις, τους μυρίους υποβαλλομένους λογισμούς, τας παγίδας, τα θήρατρα· ου μην αλλά και τα δι’  ὧν περιγένωνται, τον νόμον, τα λόγια, την υπομονήν, την άνωθεν συμμαχίαν· έπειτα μετά τους πόνους, βραβεία, τους στεφάνους, τας αμοιβάς». Βλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Εισαγωγή εις τον Ιερόν Ψαλτήρα, τομ. Β´, σ. 103.
[24] Βλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Ο ιερός ψαλτήρ εν τη εφαρμογή και τη πράξει, Θεσσαλονίκη 1927, σσ. 163-164. Πρβλ. Φίλιας Γ., Λειτουργική, Εκδόσεις Γρηγόρη 2006, σ. 128.
[25] Συμεων Θεσσαλονίκης, Περί της θείας προσευχής, τν, PG 155, 644C:  «Οι ψαλμοί την πολιτείαν αυτού του Σωτήρος προεμφαίνοντες, και μάλιστα την άμωμον αυτού ζωήν τε και πολιτείαν· όπερ σαφώς και ο λεγόμενος Άμωμος εκδιδάσκει· και έτι την των αγίων αυτού βιοτήν· αλλά και τα πάθη του Σωτήρος και την ανάστασιν. Διο και ούτος εξαιρέτως εν τε Κυριακαίς ψάλλεται και εν ταις των αγίων μνήμαις πολλάκις». Πρβλ. Περί του τέλους ημών, τξστ´, PG 155,684Α.
[26] Βλ. Τζέρπος Δ. (Πρωτοπρ.), Η ώρα του θανάτου και η ακολουθία εις Ψυχορραγούντα, σσ. 42-45.
[27] Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Εκκλησιαστική  Ιεραρχία 7,2. PG 3, 553D.
[28] Βλ. Μικρόν Ευχολόγιον,σσ. 245-247.
[29] Βλ. Παπαγιάννης Κ. «Η Νεκρώσιμος ακολουθία.Παρατηρήσεις και προτάσεις δια μίαν ορθολογικωτέραν τέλεσιν αυτής», Κληρονομία 29 (1997), σ. 214.
[30] Για τη γενικώτερη λειτουργική χρήση των Μακαρισμών βλ. Φουντούλης Ι., «Οι μακαρισμοί στην ορθόδοξη λατρεία», Τελετουργικά θέματα, τομ. Γ , Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σσ. 111-123.
[31] Νικόλαος Καβάσιλας, Εις την Θείαν Λειτουργίαν  ΚΕ. SC4 bis, σ. 166-168. «Επεί δε τη προς αλλήλους ημών αγάπη και η προς Θεόν αγάπη ακολουθεί, τη δε προς τον Θεόν αγάπη και η προς αυτόν τελεία και ζώσα πίστις έπεται, δια τούτο την αγάπην ειπών και αγαπάν αλλήλους παραινέσας ευθύς την ομολογίαν επάγει της πίστεως. Ίνα εν ομονοία, φησίν, ομολογήσωμεν. Και οι πιστοί βοώσιν· Ον ομολογήσαι Θεόν την αγίαν Τριάδα».
[32] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών τξζ. PG 155, 685ΑΒ: «Και ο επιτελεύτιος ασπασμός. Ούτος δε και δια την μετάβασιν και τον από της ζωής ταύτης χωρισμόν.Και ως κοινωνία και ένωσίς εστιν, ότι και θνήσκοντες αλλήλων ου χωριζόμεθα. Πάντες γαρ την αυτήν οδεύσομεν τρίβον και άμα ταχθησόμεθα είναι, και ου χωρισθησόμεθά ποτε. Χριστώ γαρ ζησόμεθα και Χριστώ νυν ενούμεθα, προς αυτόν πορευόμενοι. Και αύριον εσόμεθα μετ  ἀλλήλων, και των ζώντων ημών κοιμηθησομένων ώσπερ αυτών. Και της αναστάσεως δε γενομένης τη κοινωνία της ορθής πίστεως, ομού άπαντες οι πιστοί συν Χριστώ εσόμεθα». Πρβλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), μν. εργ., σ. 558.
[33] Ξενοφών, Κύρου παιδεία,VIII,7:«Το δ  ἐμὸν σώμα, ω παίδες, όταν τελευτήσω, μήτε εν χρυσώ θήτε, μήτε εν αργύρω, μήτε εν άλλω μηδενί, αλλά τη γη ως τάχιστα απόδοτε. Τι γαρ τούτου μακαριώτερον του γη μιχθήναι, η πάντα μεν καλά, πάντα δε τ  ἀγαθὰ φύει τε και τρέφει;»
[34] Ιω. Χρυσόστομος, Εις την Γένεσιν. PG 53,77. Γενικά για τη σημαντική της γης στην ορθόδοξη λατρεία είναι καίρια η παρατήρηση του Π. Ευδοκίμωφ (Η προσευχή της Ανατολικής Εκκλησίας – Η λειτουργία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (Μετάφραση από τα Γαλλικά: Μ. Παπαζάχου, Δ. Τζέρπος), Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1980, σσ. 13-14): «Στον εσπερινό όταν γίνεται αρτοκλασία, η ευλογία του άρτου, του οίνου και του ελαίου, που είναι στοιχεία αντιπροσωπευτικά της φύσεως, αγιάζει την ίδια την αρχή της καρποφορίας της γης -alma matter- και διδάσκει τον άνθρωπο ότι η γη που δουλεύει είναι άγια και ότι τα προϊόντα που αποσπά από τα βάθη της δεν είναι απλώς χημικές ενώσεις, αλλά ένα ζωντανό δώρο που συμμετέχει στο μυστήριο της λειτουργίας κι ακόμη ότι και η καρποφορία της γης έχει  άμεση σχέση, όχι μόνο με τα λιπάσματα και τις εποχές, αλλ  ἐπίσης και με την πνευματικότητα του ανθρώπου».
[35] «Καταβιβάζεται ο νεκρός εν τω τάφω, οπότε ο ιερεύς ραντίζει αυτόν σταυροειδώς δια του ελαίου της κανδήλας λέγων: Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Είτα άρας χουν δια του πτύου ρίπτει αυτόν σταυροειδώς επί του νεκρού λέγων: Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή. Γη ει και εις γην απελεύσει». Βλ. Μικρόν Ευχολόγιον, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι, 51974, σ. 218. Πρβλ. Εξοδιαστικόν (Ευχολόγιον Γ´),Έκδοσις Ιεράς Μονής Σίμωνος  Πέτρας, Άγιον Όρος, σσ. 168-169, και 60-61,139-140.
[36] Βλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Ο χριστιανικός ναός και τα εν αυτώ τελούμενα, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι, 31969, σ. 560.
[37] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί της ιεράς τελετής του αγίου ελαίου σπζ . PG 155, 520 CD: « Και τοις τεθνεώσιν εν Χριστώ αδελφοίς  επιχαίομεν έλαιον· πλην ου το διδόμενον άγιον έλαιον τοις ζώσιν, ο φησίν ο θεάδελφος, αλλ  ἐκ της λυχνίας του ναού, και μάλλον του θυσιαστηρίου. Και ουδένα των μοναχών θάπτομεν ει μη και το της φωταγωγού έλαιον τω λειψάνω εκχέομεν, ηγιασμένον ον, ως ενώπιον Κυρίου ανάπτον.». Του Ιδιου, Περί του τέλους ημών τξη´. PG 155, 685-687: «Και την ανάστασιν δε κηρύττομεν, σφραγίζοντες το λείψανον δια του σταυρού· η έλαιον αυτώ εκχέοντες σταυροειδώς εκ της φωταγωγού η σκεύει τινί την γην επιβάλλοντες· ότι ει και θνητοί γεγενήμεθα, αλλ  ὅμως αναστησόμεθα δια του υπέρ ημών σαρκωθέντος τε και αποθανόντος σαρκί και αναστάντος και την ανάστασιν ημίν χορηγήσαντος. Και ότι ούτος ο θαπτόμενος αναστήσεται, ως και ο Σωτήρ ημών εξανέστη . Διο και μετά το τεθήναι τω τάφω , έλαιον επάνω τούτου σταυροειδώς εκχέεται, ως παραδεδώκασιν οι απόστολοι και ο Διονύσιος τούτο γράφει· μάλλον δε και εν τω ενταφιάζεσθαι, αλείφεσθαι τον νεκρόν χρη. Ως γαρ εν τω βαπτίσματι ύδωρ και έλαιόν εστι, εις τύπον εκείνων τοις πιστώς βιώσασιν και ευσεβώς ταύτα επάγεσθαι χρη… Το γαρ έλαιον των αγώνων εστι σημαντικόν. Και ότι ο κοιμηθείς, καλώς και ευσεβώς αγωνισάμενος, τετελείωται και του θείου ελέους αξιωθήσεται και της λαμπράς ιλαρότητος του θείου φωτός».
[38] Φουντούλης Ι., Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τομ. Β , Αποστολική Διακονία, Αθήναι 1988, σσ. 185-188. Τζέρπος Δ. (Πρωτοπρ.), Η ακολουθία του νεκρωσίμου ευχελαίου κατά τα χειρόγραφα ευχολόγια του ιδ-ιστ αἰ. {Ίδρυμα Βυζαντινής Μουσικολογίας, Λατρειογήματα 1}, σσ. 138-141. Χριστοδούλου Θ. (Πρωτοπρ.),  Η Νεκρώσιμη Ακολουθία κατά τους χειρογράφους κώδικες 10ου-12ου αι., τομ. 1, Γενική Εισαγωγή, Κατάλογοι, Πίνακες, Εκδόσεις Θεσβίτης, Αθήναι, 2005, σσ. 328-330.
[39] Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί των επί τοις κεκοιμημένοις τελουμένων. PG 3,553Α.
[40] Τριώδιον, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1994, σσ. 985-986.
[41] Βλ. Κωδ. 2724, Εθν. Βιβλ. Αθηνών, 15ου αι., f. 216v. Πρβλ. Galadza P., “Lost and displaced Elements of the Byzantine Funeral Rites: Towards a Pastoral Reappropriation”. Studia Liturgica, 33 (2003), σσ. 62- 74.
[42] Καλλίνικος, οπ. παρ. Πρβλ. Χριστοδούλου Θ. (Πρωτοπρ.), Περί της κηδείας, Εκδόσεις Ομολογία, Αθήνα 2004, σ. 112.
[43] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών  τξθ. PG 155, 688Β: «Και τότε της γης επιβαλλομένης, η ευχή ως παραδοθέντος τη γη ευχαριστήριος και ως σφραγίς και τελείωσις επιλέγεται». Γι᾽ αυτό και σε ορισμένα χειρόγραφα η Νεκρώσιμος Ακολουθία ονομάζεται Ακολουθία της Ευχαριστίας. Βλ. Dmitrievskij Al., Opisanie liturgitseskich rykopisej, (Ευχολόγια, τομ. II),  1965, Georg Olms Verlagwbuchandlung Hildesheim, σ. 528.
[44] «Ευχή της καταθέσεως· Κύριε, ο Θεός ημών, ο πλάσας τον άνθρωπον κατ  εἰκόνα σην και ομοίωσιν τεχνευσάμενος, ο αντικείμενος εξηπάτησεν αυτόν…». Βλ. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη, τομ. 2, σσ. 101-105. Πρβλ. Dmitrievskij, μν. εργ., σ. 450. Meester (de) Pl., Rituale-Benedizionale Bizantino, Roma 1930, σ. 90.
[45] Κωδ. 2724, Εθν. Βιβλ. Αθηνών, 15ου αι., f. 225r: « Ευχή επάνω του τάφου : Διο δεόμεθά σου, Κύριε, κέλευσον διανοιχθήναι το ταμιείον της γης και υποδέξασθαι το σον πλάσμα. Τηρησάτω αυτό έως της συντελείας του αιώνος. Εν γαρ τη αναστάσει σαλπίση Μιχαήλ ο αρχάγγελος και πάντες εγερθήσονται ως εξ ύπνου. Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσηται αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσηται αθανασίαν».
[46] Συμεων Θεσσαλονίκης, Περί της ιεράς τελετής του αγίου ελαίου , σπζ . PG 155, 520 CD: «Και εν τοις κοσμικοίς δε κατά Χριστόν αδελφοίς τελευτήσασιν χουν του θυμιατηρίου, ως ιερόν και ηγιασμένον τελούντα, τη του σταυρού σφραγίδι δια του θυμιάματος σταυροειδώς επιβάλλομεν, προ της απλώς επιβαλλομένης γης, παραδιδόντες τον ηγιασμένον εν Χριστώ εν ηγιασμένη γη  κατά την θείαν απόφασιν, συντηρούμενον έως αν εξαναστή». Του Ιδιου, Περί του τέλους ημών,  τξη . PG 155, 685-687: «Και κατατίθεμεν τω τάφω το λείψανον και τη γη παραδιδόαμεν δια των ευχών, πληρούντες το θείον πρόσταγμα το «Γη ει και εις γην απελεύση».Το αυτό πνεύμα εκφράζεται και στο ακόλουθο τροπάριο, το οποίο εψάλλετο παλαιότερα κατά τη στιγμή της αποθέσεως του νεκρολειψάνου στον τάφο, και το οποίο μας διασώζει σήμερα η Νεκρώσιμη Ακολουθία εις Μοναχούς: «Γη χαίνουσα( η χανούσα) υπόδεξαι τον από σου πλασθέντα χειρί Θεού το πρότερον, πάλιν δε υποστρέφοντα προς σε την τεκούσαν. Το γαρ κατ  εἰκόνα ο κτίστης προσελάβετο, συ δε υπόδεξαι το σώμα ως το ίδιον». Βλ. Εξοδιαστικόν, σ. 60. Βλ. διαφορετική ερμηνεία από τον Μπαλάνο, μν. εργ., σσ. 7-10. Πρβλ. Τσαντήλας, μν. εργ. σσ. 159-160.
[47] Βλ. Κωδ. 2724, Εθν Βιβλ. Αθηνών 15ου αι., f. 222v: «Και ευθύς βάλλει τον πηλόν ο ιερεύς μετά πτύου λέγων, Τον πηλόν ο κεραμεύς ζωοπλαστήσας ανέθηκέ μοι, σάρκα και οστά και πνοήν και ζωήν. Αλλ  ὦ ποιητά μου λυτρωτά μου και κριτά, ανάπαυσον τον δούλόν σου. Και ούτως σφραγίζεται ο τάφος». (10ο τροπάριο α ὠδῆς Μεγάλου Κανόνα. Βλ. Τριώδιον, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1994, σ. 627).
[48] Ιώβ 10,8-9: «Αι χείρες σου έπλασάν με και εποίησάν με μετά ταύτα μεταβαλών με έπαισας. Μνήσθητι ότι πηλόν με έπλασας, εις δε γην με πάλιν αποστρέφεις». Ησ. 63,7: «Και νυν , Κύριε, πατήρ ημών συ, ημείς δε πηλός, έργον των χειρών σου πάντες».
[49] Ειρηναίος Λουγδούνου, Αποσπάσματα εξ απολεσθέντων έργων, ΒΕΠΕΣ 5, σ. 175(11).  Μ. Βασίλειος, Ότι ουκ έστι αίτιος των κακών ο Θεός. PG 31,315: «Ου μην ουδέ εκώλυσε την διάλυσιν δια τας προειρημένας αιτίας, ίνα μη αθάνατον ημίν την αρρωστίαν διατηρήση. Ώσπερ αν ει τις σκεύος πήλινον διαρρυέν μη καταδέχοιτο παραδούναι πυρί, έως αν το ενυπάρχον αυτώ πάθος δια της αναπλάσεως εξιάσαιτο». Θεόφιλος Αντιοχείας, Προς Αυτόλυκον, Β´ 26. ΒΕΠΕΣ 5, σ. 39:«ου μην αλλά και καθάπερ σκεύός τι, επάν πλασθέν αιτίαν τινά σχη, αναχωνεύεται η αναπλάσσεται εις το γενέσθαι καινόν και ολόκληρον, ούτως γίνεται και τω ανθρώπω δια θανάτου· δυνάμει γαρ τέθραυσται ίνα εν τη αναστάσει υγιής ευρεθή, λέγω δε άσπιλος και δίκαιος και αθάνατος».
[50] Ιω. Χρυσόστομος, Εις ιερομάρτυρα Βαβύλαν, PG 50,26-33: «Κοινοί γαρ εισι της φύσεως νόμοι παρά πάσιν ανθρώποις, τον απελθόντα τη γη κρύπτεσθαι, και ταφή παραδίδοσθαι, και τοις κόλποις της πάντων μητρός περιστέλλεσθαι γης. Και τούτους ουχ Έλλην, ου βάρβαρος, ου Σκύθης, ουκ ει τις εκείνων αγριώτερος εκίνησε τους νόμους ποτέ, αλλ᾽ αιδούνται, και φυλάττουσιν άπαντες, και ούτως εισίν ιεροί και πάσιν αιδέσιμοι». Πρβλ. Ρωμ. 2,14-15.
[51] Ωριγένης, Κατά Κέλσου 8,30. ΒΕΠΕΣ 10, σ. 196.
[52] Μ. Βασίλειος, Επιστολή 160. ΒΕΠΕΣ 55, σ. 183. Κλασσική για τη σημασία που έχει το άγραφο δίκαιο της Εκκλησίας είναι και η εξής γνώμη του Μ. Βασιλείου (Περί αγίου Πνεύματος 27, 66. ΒΕΠΕΣ 52,σ.286): «Των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων, τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των αποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παρεδεξάμεθα· άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν. Και τούτοις ουδείς αντερεί, ουκούν όστις γε κατά μικρόν γουν θεσμών εκκλησιαστικών πεπείρατα. Ει γαρ επιχειρήσαιμεν τα άγραφα των εθών ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν παραιτείσθαι, λάθοιμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον· μάλον δε εις όνομα ψιλόν περιεστώτες το κήρυγμα». Βλ. επίσης Μπουρδάρα Κ., μν. εργ., σ. 123: «Η συνεχής και αδιάκοπη άσκηση του θεσμού της εκκλησιαστικής κήδευσης δημιούργησε γενικό εκκλησιαστικό έθιμο, που την καθιστά υποχρεωτική». Μπούμης Π. , Η καύση των σωμάτων, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήναι 1999, σ. 5: «Απάντηση ευθεία και άμεση στο ερώτημα εάν επιβάλλεται η απαγορεύεται (η επιτρέπεται ) η καύση των νεκρών, δυστυχώς δεν έχουμε από την αυθεντική παράδοση της Εκκλησίας… Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δοσμένους από το Θεό φυσικούς νόμους (φυσικόν δίκαιον) η και βάσει αυτών πανάρχαια ανθρώπινα έθιμα» (εθιμικόν δίκαιον).
[53] Κανών 29 της εν Τρούλλω στ  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ράλλης Γ.-Ποτλης Μ., Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, τομ 2, σ. 367.
[54] Βικέντιος εκ Λειρίνου: «Quod ubique, quod semperque, quod ab omnibus creditum est”.
[55] Βλ. σχετικά: Χριστινάκις Π., «Ταφή η καύση των νεκρών, Ιστορικοκανονική θεώρηση», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ταφή η καύση των νεκρών, Έκδοσις Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος {Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3} Αθήναι 2002, σσ. 48-71.
Πηγή: π. Δ. Β. Τζέρπος, Το τελευταίο μυστήριο. Η νεκρώσιμη Ακολουθία και η καύση των νεκρών, εκδ. Ουρανός, Αθήνα 2012, σσ. 61-81.

Έλληνας ναύαρχος ....

 ....Αρχηγός του Βρετανικού Ναυτικού!

Το Βρετανικό Ναυτικό θα έχει από τον Απρίλιο Αρχηγό Έλληνα! Ο Sir George Zambellas επελέγη για να αναλάβει το τιμόνι του Βασιλικού Ναυτικού,παραλαμβάνοντας από τον Sir Mark Stanhope.
Ο ελληνικής καταγωγής George Zambellas, υπηρετεί στο Βασιλικό Ναυτικό από το 1980 και υπήρξε και πιλότος ελικοπτέρων.
από την αεροδιαστημική βιομηχανία και τα προσόντα ως πιλότος το 1982.

Καλορίζικος ο πατριώτης.  

OnAlert.gr 
Μετά τον Τζέιμς Σταυρίδη (ΗΠΑ/USN), ελληνικές ρίζες και ο Βρετανός Α/ΓΕΝ;

Άφωνοι μείναμε όταν διαβάσαμε την απόφαση του υπουργείου Άμυνας της Βρετανίας για το πρόσωπο που θα καταλάβει τη θέση του αρχηγού του βρετανικού Ναυτικού, μιας δύναμης με Ιστορία αιώνων, αφού το όνομα ήταν… σκανδαλωδώς ελληνικό και όταν είδαμε τη φωτογραφία του νέου αρχηγού, νόμιζες ότι θα μπορούσε σαν τον συναντήσεις σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής επικράτειας, υπό την οποιαδήποτε επαγγελματική ιδιότητα!
Ο νέος αρχηγός λοιπόν είναι ο ναύαρχος Σερ Τζορτζ Ζαμπέλας που θα αναλάβει το «τιμόνι» του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού τον ερχόμενο Απρίλιο, αντικαθιστώντας τον ναύαρχο Σερ Μαρκ Στάνχοουπ. Έτσι, μετά το – όσο να’ ναι – καμάρι που νιώθουμε για τον Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή Ευρώπης (SACEUR: Supreme Allied Commander Europe) του ΝΑΤΟ, ναύαρχο Τζέιμς Σταυρίδη που είναι και επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Διοίκησης (European Command) του αμερικανικού Ναυτικού (US Navy), πλέον θα μπορούμε να καμαρώνουμε για έναν ακόμη διακεκριμένο στο εξωτερικό συμπατριώτη μας.


Μετά από μίνι-έρευνα που διεξαγάγαμε, προκύπτει ότι ο νέος αρχηγός είναι γιος του αδερφού του Απόστολου Ζαμπέλα, που απεβίωσε το 2010, ήταν δεξί χέρι του Αριστοτέλη Ωνάση και μέχρι το πέρας του βίου του ήταν στο Ίδρυμα Ωνάση, στο διοικητικό συμβούλιο. Καταγόταν από ελληνική οικογένεια της Αιγύπτου, με ρίζες στα Δωδεκάνησα. 
Όχι ότι αυτό σημαίνει απαραιτήτως κάτι για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, αφού τόσο ο Ζαμπέλας όσο και ο Σταυρίδης δεν παύουν να υπηρετούν σε μια άλλη πατρίδα, όπου η μοίρα και η οικογενειακή τους Ιστορία τους οδήγησαν, «το αίμα νερό δεν γίνεται» όμως και αυτή είναι μια παροιμία βγαλμένη μέσα από τη ζωή.
Τι ανακαλύψαμε λοιπόν για τον Βρετανό ναύαρχο για τις ελληνικές του ρίζες πιο αναλυτικά; Πρώτα διαβάσαμε το βιογραφικό του ναυάρχου και εντύπωση μας έκανε το ότι είναι γεννημένος στη Ροδεσία (Ζιμπάμπουε), όπου υπάρχουν – ναι κι εκεί! – Έλληνες. Ρωτώντας επίσης, θυμηθήκαμε στην κουβέντα πάνω ότι ένας από τους πιο σημαντικούς συνεργάτες του Αριστοτέλη Ωνάση λεγόταν Απόστολος Ζαμπέλας και ήταν κορυφαίο στέλεχος του Ιδρύματος Ωνάση.
Με ένα μικρό ψάξιμο στο διαδίκτυο είδαμε ότι στην κηδεία του Απόστολου Ζαμέλα, στις 7 Ιουνίου του 2010 χοροστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Ζιμπάμπουε Γεώργιος! Αν και αυτό έγινε διότι σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής δεν μπορούσε να παρευρίσκεται ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής Θεόδωρος Β’ που έλλειπε σε ταξίδι (η οικογένεια είχε ρίζες στην Αίγυπτο στην ελληνικοί παροικία), εξέφρασε την επιθυμία να τον αντικαταστήσει ο συγκεκριμένος Μητροπολίτης. Η σύνδεση δεν ήταν ευθεία, ήταν όμως έμμεση! Τελικά, οι πληροφορίες θέλουν τον ναύαρχο Ζαμπέλα να είναι γιος του αδερφού του αείμνηστου Απόστολου Ζαμπέλα.



Πληροφορηθήκαμε επίσης ότι το όνομα Ζαμπέλας έλκει την καταγωγή από τα Δωδεκάνησα, με το όνομα να συναντάται ακόμα και στο ακριτικό Καστελόριζο! 
 Πόσο μεγάλη ειρωνεία της τύχης ή εναλλακτικά, σημειολογικής σημασία εξέλιξη, να βρίσκεται σε τέτοια θέση όπως αυτή του αρχηγού του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, ελληνικής καταγωγής ναύαρχος και μάλιστα σε «ναυτική δύναμη», σύμφωνα με τα κελεύσματα της γεωπολιτικής, όπως και οι ΗΠΑ άλλωστε που έχουν στο Ναυτικό τον ναύαρχο Σταυρίδη, με τις ναυτικές δυνάμεις να θεωρούν εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση τον έλεγχο σε θαλάσσιες περιοχές σαν την Ανατολική Μεσόγειο.
Εν κατακλείδι, όπως ανακαλύψαμε, ο ναύαρχος Ζαμπέλας θεωρείται και ένα από τα σημαντικά στρατηγικά μυαλά των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, έχοντας παίξει ενεργό ρόλο στην Αναθεώρηση Στρατηγικής Άμυνας (Strategic Defence Review) στη Βρετανία, πέραν των υπολοίπων άκρως εντυπωσιακών επαγγελματικών του επιτευγμάτων.

DEFENCEPOINT.GR
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://infognomonpolitics.blogspot.gr/

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Το περιοδικό «Θεολογία» στο Διαδίκτυο

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΑΠΑΝΤΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ – ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΡΧΕΙΟ
Θ ε ο λ ο γ ί α  τόμοι  1923 – 2011 
Oλοκληρώθηκε η ψηφιοποίηση και η ανάρτηση στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος των ογδόντα δύο (82) τόμων και των αντίστοιχων τευχών του επιστημονικού περιοδικού «Θεολογία». Η συχνότητα ανάρτησης των επόμενων τόμων θα γίνεται στο εξής με διαφορά ενός τόμου από την έκδοση των τεσσάρων τευχών κάθε έτους.
Η «Θεολογία» είναι επιστημονικό περιοδικό, το οποίο εκδίδεται από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Την «Θεολογία», όπως και το επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος «Εκκλησία», ίδρυσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος το 1923, σε μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, όταν η Ελλάδα προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής.
Η συμβολή της «Θεολογίας» στην καλλιέργεια της ελληνικής ορθόδοξης θεολογίας στάθηκε μοναδική και εξελίχθηκε ως το εγκυρότερο επιστημονικό περιοδικό της ελληνικής θεολογίας. Στις σελίδες της φιλοξένησε άρθρα και μελέτες όχι μόνο ακαδημαϊκών αλλά και νέων θεολόγων ή επιστημόνων συναφών κλάδων και επιστημών. Η δυνατότητα μάλιστα έκδοσης του περιοδικού ανά τρίμηνο κράτησε όχι μόνο αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών του από τεύχος σε τεύχος, αλλά και τα δημοσιεύματά του στην πρώτη γραμμή της επιστημονικής επικαιρότητας. Στη «Θεολογία» δημοσιεύονται πρωτότυπες και ανέκδοτες επιστημονικές πραγματείες, άρθρα, δοκίμια και βιβλιοκρισίες, δηλαδή, κείμενα και μελέτες οι οποίες αναφέρονται στους διάφορους τομείς της θεολογικής, κυρίως, επιστήμης. Η «Θεολογία», πέραν της ελληνικής, δημοσιεύει επιστημονικές πραγματεἰες και στην αγγλική, γαλλική ή γερμανική γλώσσα. Ενώ κατά την προπολεμική της περίοδο ἡ «Θεολογία» εξέδιδε τέσσερα τεύχη των εκατό σελίδων το καθένα, μεταπολεμικά τριπλασίασε την ύλη της και κατά τις τελευταίες δεκαετίες κάθε ετήσιος τόμος της υπερβαίνει τις χίλιες σελίδες.
Αγγίζοντας ήδη την ένατη δεκαετία παρουσίας του στα θεολογικά γράμματα, το περιοδικό «Θεολογία» αποτελεί ήδη πολύτιμη παρακαταθήκη για την θεολογική έρευνα διεθνώς αλλά και ιστορική μαρτυρία για την ελληνική θεολογική επιστήμη. Για τον λόγο αυτό ο Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος αποφάσισε την ψηφιοποίηση και ανάρτηση όλων των τευχών της «Θεολογίας», ώστε να καταστεί άμεση και ελεύθερη η πρόσβαση κάθε ενδιαφερομένου. Στο πεδίο «Άπαντα Θεολογίας, Ψηφιακό Αρχείο» της ιστοσελίδας του περιοδικού «Θεολογία», ο αναγνώστης μπορεί να βρει τράπεζα δεδομένων ανά έτος και ανά τεύχος, ανά όνομα συγγραφέα και ανά τίτλο μελέτης το ψηφιοποιημένο υλικό της «Θεολογίας» σε αρχεία τύπου pdf. Εφ ̓ όσον ο θεολογικός και επιστημονικός πλούτος του περιοδικού «Θεολογία» καθίσταται πλέον ηλεκτρονικά θησαυρισμένος και διαδικτυακά προσβάσιμος από όλους τους ενδιαφερόμενους αναγνώστες και μελετητές, ελπίζουμε ότι και με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουμε στη σύγχρονη θεολογική και ιστορική έρευνα.
Το περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ μπορείτε να το βρείτε ψηφιοποιημένο στηνιστοσελίδα: http://www.ecclesia.gr/greek/press/theologia/index.asp

"Εθνική Επέτειος"

Η ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΜΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ

Παρασκευή, 25 Ιανουάριος 2013 20:17 Ιερά Μητρόπολη Καστοριάς

Η ουσιαστική σημασία μιάς εθνικής επετείου είναι συμβολική, και ως συμβολική στρέφεται στο μέλλον, ανέφερε μεταξύ άλλων στην ομιλία της η κα Τερέζα –Πεντζοπούλου Βαλαλά, Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ. και Γενική Γραμματέας της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,
στο Συνέδριο που διοργάνωσε ο Δήμος Καστοριάς για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Καστοριάς , με θέμα «Η έννοια και η σημασία της εθνικής επετείου».Ολόκληρη η πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία έχει ως εξής: 
Με δύο τρόπους γνωρίζει κανείς ένα ιστορικό γεγονός: είτε όταν τύχει να το ζήσει, να είναι μάρτυράς του είτε όταν το μελετά και το ερευνά. Συχνά, πολύ συχνά, μπορεί να συμβούν και συμβαίνουν και τα δύο μαζί. Η πρώτη γνώση είναι βιωματική. Την δεύτερη ας την ονομάσω επιστημονική. Είναι εκείνη που κατέχει ο επιστήμονας-ιστορικός. Η πρώτη όμως σφραγίζει τον άνθρωπο˙ την ζωή του και αυτή η ζωή δεν αναιρείται.
Η ιστορική γνώση, βιωματική η επιστημονική, είναι στενά συνυφασμένη με τον χρόνο και συγκεκριμένα με το παρελθόν.Στρέφουμε το βλέμμα προς τα πίσω, όταν μελετούμε τους ιστορικούς η διαβάζουμε απομνημονεύματα πρωταγωνιστών.Αυτά τα γεγονότα, τα ιστορικά, εξέχοντα όμως γεγονότα, σταθμοί στην Ιστορία ενός λαού φέρνει στην μνήμη ο εορτασμός μιας επετείου.
Ας σκεφθούμε όμως την έννοια της επετείου.
Από μια άποψη κάθε ημέρα είναι και μια επέτειος. Κάθε μέρα θυμίζει ένα γεγονός, είτε στην ζωή ενός ανθρώπου είτε στην ζωή ενός λαού. Και η θύμιση είναι ευχάριστη, είναι όμως Συχνά και θλιβερή, οδυνηρή. Ένας θάνατος, μια καταστροφή έχουν χρονολογίες. Δεν εορτάζουμε όμως μια θλιβερή επέτειο.
Ο εορτασμός σε πλαίσιο εθνικής ιστορίας είναι συνυφασμένος με στιγμές εξυψώσεως του έθνους, με στιγμές ορόσημα στην ιστορική συνέχιση ενός λαού.
Συνηθίζουμε έτσι να θεωρούμε μια εθνική επέτειο μέσα από το πέπλο του παρελθόντος. Εορτάζουμε την συνέχιση με την αναγέννηση του γένους των Ελλήνων και την σύσταση του ελληνικού κράτους, με την Επανάσταση του
᾿21, την άρνηση να υποταγούμε στους εισβολείς το 1940, την απελευθέρωση της Καστοριάς το 1912.Το ερώτημα είναι γιατί στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις χώρες εορτάζεται μια εθνική επέτειος. Λέμε ότι είναι εθνική υποχρέωση να θυμηθούμε και να θυμόμαστε πάντα τι οφείλουμε σε όλους όσοι στάθηκαν όρθιοι και κινδύνευσαν και προσέφεραν και την ζωή τους για την επανάκτηση η την διατήρηση της ελευθερίας των Ελλήνων.
Είναι έντονη και αναπόφευκτη η σύνδεση με το ιστορικό παρελθόν.
Αν μείνουμε όμως σε αυτή την μνημειακή διάσταση, φτωχαίνουμε τον εορτασμό, τον περιορίζουμε, με ακραία συνέπεια να μένουν αδιάφοροι εκείνοι οι οποίοι δεν είναι εξοικειωμένοι με το ιστορικό παρελθόν, δεν έχουν ούτε βιωματική αλλά ούτε ακαδημαϊκή γνώση.
Για εκείνους μια επέτειος είναι ίσως και χωρίς νόημα. Γι
᾿ αυτό και σπάνια, βέβαια, ακούμε να λέγεται: «μα, δεν είναι καιρός να καταργηθεί ο εορτασμός των εθνικών επετείων;».
Εάν συνδέσουμε την επέτειο αποκλειστικά με το παρελθόν τότε το ερώτημα θα μπορούσε, για όσους το θέτουν, να έχει μια βάση. Δεν είναι έτσι όμως.
Και δεν είναι έτσι γιατί, ως προς την ουσία της
η εθνική επέτειος συνδέεται κυρίως με το μέλλον. Αυτή είναι η ουσιαστική της διάσταση˙ η άλλη είναι, φυσικά, αναπόσπαστα δεμένη με το παρελθόν και είναι εκείνη που άμεσα έρχεται στο νού. Η ουσιαστική ωστόσο διάσταση δεν είναι πάντα αντιληπτή, δεν δίνεται άμεσα. Καί αυτό γιατί είναι αόρατη, είναι η συμβολική διάσταση.
Ένα ιστορικό γεγονός είναι πραγματικό. Η επέτειος του γεγογονότος όμως είναι συμβολική.
Η ουσιαστική σημασία μιάς εθνικής επετείου είναι συμβολική, και ως συμβολική στρέφεται στο μέλλον.
Έτσι σε κάθε εθνική επέτειο έχουμε μια διπλή διάσταση: η μια φανερή, πραγματική
η Καστοριά απελευθερώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1912 εορτάζουμε την απελευθέρωση, η άλλη είναι αφανής και είναι αφαννής, γιατί το νόημά της, η σημασία της, είναι να είναι σύμβολο.
Στο σύμβολο συνυπάρχουν δύο στοιχεία. Το ορατό και το αόρατο. Ορατό είναι το αισθητό αντικείμενο, η αισθητή εικόνα, αυτό που βλέπουμε, που αγγίζουμε. Είναι το ξύλο της ιερής εικόνας, το ύφασμα της σημαίας, το μάρμαρο ενός μνημείου.
Το αόρατο είναι η ιδέα, οι άυλες εκείνες αξίες που δεν τις πιάνεις στα χέρια, δεν τις ζυγίζεις, δεν τις βλέπεις.
Ασφαλώς η εικόνα είναι καμωμένη από ξύλο, η σημαία από ύφασμα, το μνημείο από μάρμαρο. Θυμούμαι έναν πολιτικό, δυστυχώς, ο οποίος, όταν κάψανε μια ελληνική σημαία στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στην Αθήνα, σχολίασε λέγοντας: και τι έγινε; Ένα πανί ήταν.
Ναι, αλλά όταν για να μην παραδοθεί η σημαία θυσιάζουν την ζωή τους οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί μας, όταν την τιμούμε όλοι, τότε δεν είναι ένα απλό ύφασμα, είναι σύμβολο της πίστης στην πατρίδα. Και
η πίστη δεν είναι ύφασμα, είναι αξία την οποία συμβολίζει η σημαία.
Άυλες αξίες είναι η ελευθερία, η πίστη, η αγάπη της πατρίδας. Είναι όλες εκείνες οι αξίες που ρίζωσαν για πρώτη φορά στην ελληνική γη. Αυτές είναι εκείνες οι οποίες συμβολίζονται, και αυτές είναι εκείνες που δίνουν στον εορτασμό μιας εθνικής επετείου τον συμβολισμό της, δηλαδή τον δυναμικό της χαρακτήρα. Γιατί το σύμβολο είναι δύναμη, δύναμη που ωθεί προς τα εμπρός, δύναμη για συνέχιση, για διατήρηση των αξιών η την επανάκτησή τους.
Και αυτή την δύναμη η οποία αναζωογονείται κάθε φορά, προσφέρει μια εθνική επέτειος. Όλα αυτά τα παραβλέπουν όσοι μένουν στην αισθητή εικόνα.
Γιατί τους μένει κλειστός ο δρόμος του συμβολισμού, μένει κλειστός ο κόσμος του συμβόλου.
Η εθνική επέτειος ανοίγει σ
᾿ αυτόν τον κόσμο και φέρνει ένα μήνυμα, το μήνυμα της αξίας της ελευθερίας, μήνυμα πολύτιμο, γιατί παραδίδεται μέσα από τον χρόνο και γίνεται πια παράδοση. Αυτή είναι η τρίτη διάσταση της εθνικής επετείου.
Η παράδοση μας στρέφει και αυτή στο μέλλον. Από χρόνια τονίζω ότι η παράδοση αφορά τις επερχόμενες γενιές. Δεν παραδίδουμε σε όσους πέρασαν αλλά σε όσους έρχονται. Γι
᾿ αυτό η εθνική επέτειος είναι αυτή που παραδίδει στους νέους το νόημα του συμβολισμού της. Η εθνική επέτειος είναι φορέας παραδόσεως. Και η παράδοση σ᾿ εμάς τους Έλληνες έχει όνομα, είναι η ελληνοχριστιανική παράδοση. Με τον Ευαγγελισμό γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου, με τον Άγιο Δημήτριο την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, με τον Άγιο Μηνά την απελευθέρωση της Καστοριάς. φωτίζεται τώρα η τρίτη, αφανής και αυτή διάσταση, μιας εθνικής επετείου. Αυτή την παράδοση χτυπούμε, αυτήν θρυμματίζουμε, όταν κωφεύουμε στο πνεύμα της εθνικής επετείου, όταν ορισμένοι επιπόλαια, αβίαστα, ίσως και υπονομευτικά για την ιστορική συνέχιση του έθνους και την εθνική αυτογνωσία, ζητούν την κατάργησή τους, την νέκρωση δηλαδή της ιστορικής συνειδήσεως.Η εθνική επέτειος είναι το γνώθι σεαυτόν του Έλληνα.
Είναι πιστεύω, απαιδευσία, να παραμένει κανείς τυφλός και κωφός στον συμβολισμό.
Είναι απαιδευσία να μην αναγνωρίζει την σημασία ενός συμβόλου, να μην αναλογίζεται κανείς πόσο βαθειά σφραγίζει την ιστορική μας συνείδηση ένα σύμβολο, το σύμβολο της σημαίας, το σύμβολο της πίστεως, που είναι το «Πιστεύω» που ακούγεται τις Κυριακές στην λειτουργία.
Είναι, τέλος, απαιδευσία να παραμένει κανείς ασυγκίνητος στους επετειακούς εορτασμούς. Άνθρωποι σαν και εμάς σήμερα ήταν και όλοι εκείνοι οι οποίοι στο πέρασμα των χρόνων δούλεψαν για την πατρίδα μας.
Πιστεύω ότι σε κάθε Έλληνα μια εθνική επέτειος φέρνει συγκίνηση, έστω και αν δεν το ομολογεί.
Και για να το πω όπως το αισθάνομαι:
κάθε ψυχή τραγουδάει σαν ξέρεις να αγγίζεις τις χορδές της. Και η ψυχή του Έλληνα αγαπά το τραγούδι. Τραγουδώντας πάνε στον πόλεμο, τραγουδώντας δημιουργούν οι Έλληνες πολιτισμό.
Και αυτό είναι το μεγάλο δώρο μιας εθνικής επετείου: να αγγίζει τις χορδές της ψυχής.
Σε τέσσερις λέξεις ενός στίχου του μεγαλύτερου, για μένα, ποιητή της Ελλάδος, του Πινδάρου, βρήκα την ωραιότερη έκφραση του τρίπτυχου της εθνικής επετείου, θύμιση, σύμβολο, παράδοση. Και ο στίχος μας λέγει ότι τα καλά έργα πεθαίνουν σαν τα σκεπάσει η σιωπή: «θνάσκει καλόν έργον σιγαθέν».
Όταν σιγάσουν όλα και όλοι το καλό έργο λησμονείται, οι νεκροί ξεχνιούνται, οι θυσίες μένουν βουβές. Αυτήν την τρομακτική σιωπή του χρόνου σχίζει η φωνή της εθνικής επετείου.
Σεβασμιώτατε,
Στο αρχικό ερώτημα, για την σημασία μιας εθνικής επετείου η απάντηση είναι απλή.
Η εθνική επέτειος ως θύμιση ζωντανεύει το παρελθόν, ως σύμβολο καταξιώνει το παρόν, ως παράδοση εδραιώνει το μέλλον.
Τα τρία μαζί συνιστούν την ουσία της εθνικής μας ταυτότητας.

Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά
Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ.
Γενική Γραμματευς
Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών
ΠΗΓΗ: http://www.agioritikovima.gr/eipan/15470-i-ennoia-kai-i

"Η θρησκεία και ο πολιτισμός"

Η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη στο συνέδριο "Η θρησκεία και ο πολιτισμός"

Συντάχθηκε από την Romfea.gr



Παρακάτω ακολουθεί ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, στο Πανεπιστήμιο "Άγιος Απόστολος Ανδρέας" Τιφλίδας, κατά τη διάρκεια του επιστημονικού συνεδρίου με θέμα: "Η Θρησκεία και ο πολιτισμός".
Η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη έχει ως εξής:
"Μεγας ει, Κυριε, και θαυμαστά τα έργα Σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων Σου" (Ευχή Μεγάλου Αγιασμού).
Αληθώς, "δοξάσωμεν απεριέργως τον Θεόν, την μίαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος δόξαν τε και λαμπρότητα. Λειτουργώμεν τω Θεώ την αίνεσιν, ορώντες τον εξ ορατών και αοράτων συνεκτηκότα κόσμον, τον μέγαν και θαυμαστόν της μεγαλειότητος αυτού κήρυκα", θα ελέγομεν μετά του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, συμμετέχοντες και ομιλούντες εις το επιστημονικόν τούτο συνέδριον περί θρησκείας και πολιτισμού, μη όντες ασφαλώς επιστήμων, αλλά θεώμενοι τα έργα των χειρών της Σοφίας του Θεού, η Οποία και εν τούτω "ωκοδόμησεν εαυτή οίκον" (Παροιμ. θ  1), ίνα τα "πάντα Θεόν υμνή και δοξάζη φωναίς αλαλήτοις• επί πάσι γαρ δοξάζεται και ευχαριστείται δι  μν ο Θεός•....φιλεί γαρ εν τούτοις φιλιστορείν η ψυχή και πολλοίς θαύμασιν ανυμνείν τον Θεόν• δια των ορωμένων και τεταγμένων, δια των ανθρωπίνης τέχνης, θεϊκής όμως εμπνεύσεως, δημιουργημάτων, τον αρχηγόν τούτων συλλογιζώμεθα".
Είναι μεγάλη, λοιπόν, η χαρά ημών, διότι ευρισκόμεθα σήμερον εν τω μέσω υμών εις τον "οίκον τούτον" της Προνοίας του Θεού και επιστήμης κατ  νθρωπον, το Πανεπιστήμιον του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, ο οποίος τυγχάνει ιδρυτής και προστάτης και πολιούχος και της καθ  μς Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Η παρουσία ημών ενταύθα συμπίπτει, την φοράν ταύτην, προς την ευφρόσυνον επέτειον της συμπληρώσεως τριάκοντα και πέντε ετών καρποφόρου και αγλαοκάρπου διακονίας της Υμετέρας φίλης Μακαριότητος, προσφιλέστατε και τιμιώτατε αδελφέ Πατριάρχα Γεωργίας κύριε Ηλία, εις την καθέδραν της Τιφλίδος, και των ογδοηκοστών γενεθλίων Σας.
Την χαράν ημών επαυξάνει το γεγονός, ότι η Υμετέρα Αγάπη τυγχάνει ο ιδρυτής του Πανεπιστημίου τούτου, κινηθείσα εξ αγάπης προς την νεολαίαν της Γεωργίας, προκειμένου ίνα δώσητε εις αυτήν την δυνατότητα, με την γνώσιν των συγχρόνων επιστημονικών επιτεύξεων και της προόδου, της κατ  νθρωπον πάντοτε, να γνωρίση συγχρόνως βαθύτερον την Ορθόδοξον χριστιανικήν πνευματικήν και εθνικήν Γεωργιανήν κληρονομίαν και παράδοσιν, ως απαραίτητον εφόδιον εις την σύγχρονον εποχήν της παγκοσμιοποιήσεως.
Ειδικώς, ο πολιτισμός, η ζωη και η ιστορία του προσφιλούς και μαρτυρικού Γεωργιανού Λαού είναι αρρήκτως συνδεδεμένα μετά του Χριστιανισμού και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επί την πέτραν της Ορθοδόξου κυρίως πίστεως ωκοδομήθη η πνευματική ζωη του ευλογημένου τούτου λαού και αυτή η πίστις ήτο εκείνη, η οποία τον εκράτησεν εις την ιστορίαν του και δεν τον αφήκε να εξαφανισθή υπό το πέλμα των πολλών και σκληρών κατακτητών, οι οποίοι ενίοτε, αν μη πολλάκις, ήσαν εις σκληρότητα και απανθρωπίαν χειρότεροι των διωκτών των χριστιανών των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Είναι αναρίθμητοι αι τυραννίαι και οι διωγμοί, τούς οποίους υπέστη ο Γεωργιανός Λαός, λόγω της αφοσιώσεως αυτού εις τον Χριστόν.
Όμως, όλοι αυτοί οι διωγμοί, αράχνης ευκολώτερον διεσπάσθησαν, καπνού θάττον διελύθησαν, κονιορτού ταχύτερον παρήλθον, ως λέγει χαρακτηριστικώς ο εκ των Αγίων προκατόχων ημών εν τω Θρόνω της Κωνσταντινουπόλεως Ιερός Χρυσόστομος.
Και όμως, οι διωγμοί και αι επιθέσεις αύται "πολύν μαρτύρων χορόν ειργάσαντο" εις την Γεωργίαν και κατέλιπον εις αυτήν "τούς αθανάτους εκείνους της Εκκλησίας θησαυρούς, τούς στύλους, τούς πύργους", οι οποίοι "ουχί ζώντες μόνον, αλλά και τελευτήσαντες μεγάλης ωφελείας τοις ύστερον υπόθεσις εγένοντο".
* *
Ο Χριστός, ο προαιώνιος Λογος του Πατρός, του Οποίου την σάρκωσιν προ ολίγων ημερών εωρτάσαμεν και νυν ευρισκόμεθα εις την εβδομάδα κατά την οποίαν εορτάζομεν την Επιφάνειαν Αυτού, προσέλαβε με την έλευσίν Του ταυτοχρόνως και τον ανθρώπινον πολιτισμόν. "Και αυτός ο Κυριος ημών επιδημήσας προς ημάς ανθρώπου μορφήν ανέλαβε, σάρκα ανθρώπου και νουν ανθρώπου, και απλώς ειπείν, πάντα γίνεται, πλην της αμαρτίας, άνθρωπος, προσοικειωσάμενος δια τούτου τον άνθρωπον" (Αββά Δωροθέου, Ερμηνεία τινών ρητών του Αγίου Γρηγορίου).
Τοιουτοτρόπως, η Θεία Αποκάλυψις δια να εκφρασθή εχρησιμοποίησε τον λ ο γ ο ν  και την ανθρωπίνην γ ρ α φ η ν. Ο Θεός Λογος, λαμβάνων την ανθρωπίνην μορφήν, επέτρεψεν εξ αρχής εις τούς ανθρώπους να Τον απεικονίζουν. Ο ίδιος ενεδύθη ανθρώπινα ιμάτια, τα οποία επίσης ήσαν έργα πολιτισμού: "Ην δε ο χιτών άρραφος, εκ των άνωθεν υφαντός δι  λου", διακηρύττει και μαρτυρεί ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εν τω Ιερώ αυτού Ευαγγελίω (Ιωάν. ιθ ,23).  Και αυτός ο Χιτών φυλάσσεται ως πολύτιμον ιερόν και συγχρόνως πολιτιστικόν κειμήλιον εδώ εις την Γεωργίαν.
Μ ατν τν τρπον τ πρ λγον Κ λ λ ο ς προσλαμβνει κα νδεται τ ασθητν κλλος, τ ποον πιθυμε νθρωπος: "χριν κα κλλος πιθυμήσει φθαλμς" (Σοφ. Σειρχ μ΄,22).
Δυνμεθα ν επωμεν, τι σρκωσις το Υο κα Λγου το Πατρς γκαινιζει μαν ναν σελδα ες τν στοραν το νθρωπνου πολιτισμο, ποος π νθρπινος πλον, γνεται ντς τς κκλησας Θεανθρπινος. Τ κτιστν μιγνεται μετ το κτστου, τ φθαρτν μετχει τς φθαρσας κα φθαρτοποιεται. λη μετχει τν νεργειν του Θεού και γίνεται φορεύς Θείας Χαριτος, ως ακριβώς και ο φθειρόμενος και θνητός άνθρωπος γίνεται Θεός κατά χάριν.
"Τι ουν; Επειδήπερ ουχ υπόστασιν παρ  μν ο του Θεού μονογενής Υιός, αλλά την ημετέραν αναλαβών εκαινούργησε φύσιν, ενωθείς αυτή κατ  δαν υπόστασιν, ουχί και των υποστάσεων ημών εκάστη της Αυτού μεταδίδωσι χάριτος;", διερωτάται ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Και απαντά ο ίδιος: "Αλλά την μεν φύσιν, ην παρ  μν υπέρ ημών προσλαβόμενος εκαινούργησεν, ηγιασμένην και δεδικαιωμένην και τω Πατρί δια πάντων υπήκοον ούσαν έδειξε [...] εκάστου δε των πιστευόντων ημών ουχ απλώς την φύσιν, αλλά και την υπόστασιν εκαινούργησε, και των αμαρτημάτων ημίν την άφεσιν εχαρίσατο δια του θείου Βαπτίσματος, δια της των οικείων εντολών τηρήσεως, δια της μετανοίας και δια της μεταδόσεως του οικείου Σωματος τε και Αίματος" (Ομιλία εν τη αγία εορτή των Φωτων).
Κατά τον ίδιον τρόπον η Χαρις του Θεού ανακαινίζει και τον υλικόν κόσμον, τον αναπλάττει, μεταδίδει εις αυτόν από το υπέρ αίσθησιν κ α λ λ ο ς, λαμβάνει τα φθαρτα και ευτελή ενίοτε υλικά του και τα χρησιμοποιεί με ένα καινουργή τρόπον, καθιστά αυτά φορείς των θείων ενεργειών.
Τοιουτοτρόπως, από απλά ανθρώπινα τεχνουργήματα, καλλιτεχνήματα και επινοήματα, μεταβάλλει αυτά εις λατρευτικά  αντικείμενα, τα οποία μεταδίδουν την Χαριν, την οποίαν δέχονται από την πηγήν του φωτός και της ζωής όσοι προσεγγίζουν αυτά μετά πίστεως και ευλαβείας. Ούτω τα υλικά αυτά αντικείμενα αγιάζουν, φωτίζουν, θαυματουργούν.
Εις την αγιογραφίαν τα πρόσωπα του Κυρίου, της Θεοτόκου και των Αγίων δεν αποδίδονται με στόχον το πεπερασμένον γήϊνον κάλλος, αλλά καταυγαζόμενα υπό του ανεσπέρου Φωτός της βασιλείας των ουρανών αποκαλύπτουν το υπέρ έννοιαν και αίσθησιν κάλλος  του Κυρίου και την ωραιότητα των θεοειδών αρετών, αι οποίαι κοσμούν τούς Αγίους της Εκκλησίας.
 Τούτο είναι μία μεγίστη δωρεά του Κυρίου εις τον κόσμον, ο οποίος από π α ρ α λ ο γ ο ς γίνεται ε λ λ ο γ ο ς, λογικοποιείται, ως έλεγε μία μεγάλη μορφη της συγχρόνου θεολογικής σκέψεως, ο Άγιος Ιουστίνος της Τσέλιε Σερβίας.
Ούτως, ο Ορθόδοξος Πολιτισμός, και ιδιαιτέρως εις την Αγιοτόκον Χωραν της Γεωργίας, έχει δώσει λαμπρότατα δείγματα πολιτισμού. Πλέον ειδικώς και συγκεκριμένως, εις τον χώρον της τέχνης της αγιογραφίας, ένθα, ως γράφει ο Όσιος Δωρόθεος, οι αγιογράφοι αυτής βάλλουν "πάντα τα χρώματα έντιμα και λαμπρά, άξια της του Βασιλέως εικόνος", ήτοι του Βασιλέως Χριστού, και σπουδάζουν "πάσας τας εσθήτας του βασιλέως ενθείναι τη εικόνι, ίνα βλέπη τις την εικόνα περιέχουσαν όλον τον βασιλικόν χαρακτήρα και νομίζη ότι σχεδόν αυτόν τον βασιλέα βλέπει, αυτό το αρχέτυπον" (Αββά Δωροθέου, Ερμηνεία τινών ρητών του Αγίου Γρηγορίου).
*
Συγχρόνως όμως, η Εκκλησία ανάγει ημάς εις τα πνευματικά, εις τα θεία, και καλεί ημάς ίνα "μη ατιμάσωμεν το αρχέτυπον ημών• Θεού κατ  εκνα γεγόναμεν• αλλά καθαράν και έντιμον την ιδίαν εικόνα ποιήσωμεν αξίαν του αρχετύπου". Δηλαδή να αγιάζωμεν εαυτούς, ώστε με αυτόν τον τρόπον να τιμώμεν τον Θεόν, κατ  εκνα του Οποίου επλάσθημεν. "Αποσμίξωμεν αυτήν του ρύπου της αμαρτίας, ίνα φανή το κάλλος αυτής δια των αρετών. Εκκαθάρωμεν ουν το κατ  εκνα ημών• θέλει γαρ αυτό ο Θεός, καθώς και έδωκε μη έχον σπίλον η ρυτίδα η τι των τοιούτων" (Αββά Δωροθέου, ενθ αν.).
Η ανύψωσις προς τον ουρανόν, ο εξευγενισμός, η μεταμόρφωσις της φύσεως της ακατεργάστου ύλης δια της επινοήσεως της ανθρωπίνης δημιουργίας, αυτό είναι η ψυχή των Ορθοδόξων τεχνών, της Αγιογραφίας, της ξυλογλυπτικής, της μικροτεχνίας, της αρχιτεκτονικής, τας οποίας τοσούτον έχει καλλιεργήσει και αναπτύξει η φιλότεχνος μέριμνα της Υμετέρας τετιμημένης Μακαριότητος, αδελφέ άγιε Πατριάρχα Γεωργίας. Και, αντιθέτως, η ψυχή από την θεωρίαν του ορατού κάλλους έρχεται εις την κατάστασιν της αισθήσεως του Θεού, του ζώντος και θαυμαστού εν πάσιν.
Όμως τούτο δεν είναι ευκολος εργασία. Είναι α σ κ η σ ι ς, π τ η σ ι ς υπεράνω της αβύσσου, ε κ χ υ σ ι ς αίματος. Ακριβώς με αυτά είναι συνυφασμένη όλη η εσωτερική ύπαρξις και ζωη όλων των μεγάλων Ορθοδόξων καλλιτεχνών.
Δια τούτο βλέπομεν εις τούς μεγάλους δημουργούς της Εκκλησίας να είναι και Άγιοι: Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ήτο αγιογράφος και εις εκ των κορυφαίων υμνογράφων της Εκκλησίας μας. Οι κορυφαίοι μελωδοί Ρωμανός και Ιωάννης Κουκουζέλης ωσαύτως είναι Όσιοι.
Ο άνθρωπος, ο οποίος έχει χαρίσει την ευρυτέραν εικόνα -σύμβολον της παναγίας και προσκυνητής Τριάδος- ο Ανδρέας Ρουμπλιώφ, είναι ωσαύτως Άγιος της Εκκλησίας μας. Πλείστοι ήσαν οι άγιοι εκείνοι ασκηταί, οι οποίοι εχάρισαν εις τον κόσμον απαράμιλλα αρχιτεκτονικά έργα, είτε Ναούς, είτε Μονάς, είτε ασκητήρια, ενίοτε εκτισμένα εις τούς πλέον αποκρήμνους και απροσίτους εις τον άνθρωπον τόπους, εις όρη και βουνά και κρημνούς, τα οποία κάνουν την ανθρωπίνην διάνοιαν να εξίσταται και να θαυμάζη την ψυχικήν δύναμιν, το μεγαλόπνοον όραμα και την υπομονήν των ανθρώπων εκείνων, των κτιτόρων.
* *
Συγχρόνως, ο Ορθόδοξος Πολιτισμός ουδέποτε λησμονεί τον προορισμόν του: να θ ε ο π ο ι η ση τον άνθρωπον, να τον αναγάγη προς τον Δημιουργόν. Καθε λειτουργική τέχνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχει δογματικόν χαρακτήρα και ενεργεί  μυστικώς εις τας καρδίας των πιστών.
Η Ορθόδοξος εκκλησιαστική μουσική δεν ευφραίνει μόνον την ακοήν, αλλά συνταράσσει τα άδυτα της ψυχής μας.
Η Ορθόδοξος Εικονογραφία είναι το "γλωσσοφόρον βιβλίον" της Εκκλησίας, ως ευστόχως γράφει ο προμνημονευθείς Άγιος Ομολογητής και υπέρμαχος της προσκυνήσεως των ιερών εικόνων Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Το β ι β λ ι ο ν τούτο συχνάκις, αν όχι πάντοτε, είναι ισχυρότερον πολλών λόγων και ήχων.
Δεν σπανίζουν αι περιπτώσεις, κατά τας οποίας η άψυχος και άλογος ύλη δέχεται τόσον εναργώς την Θείαν Χαριν, κατά την ανέκφραστον φιλανθρωπίαν του Κυρίου, ώστε να συμπεριφέρεται ως έμψυχος και λογική. Δια τούτο έχομεν ιεράς εικόνας από τας οποίας έρρευσαν δάκρυα (Παναγία η Δακρυρροούσα) και αίμα (Παναγία η Πορταΐτισσα), εικόνας αι οποίαι ωμίλησαν εμφανώς (Παναγία η Αντιφωνήτρια), εικόνας των οποίων τα πρόσωπα εκινήθησαν ωσάν να ήσαν ζώντα, ως η περίφημος ιερά εικών της Παναγίας της Παραμυθίας εν Αγίω Όρει, εν τη οποία διημείφθη ζωντανός δ ι α λ ο γ ο ς, ολόκληρον "ε π ε ι σ ο δ ι ο ν" μεταξύ του μικρού Παιδίου Χριστού και της Παναγίας Μητρός Του, δια να καταδειχθή και δι  ρατν και δι  ορτων στοιχείων, πολυμερώς και πολυτρόπως, οπόση είναι η παρρησία της Κυρίας Θεοτόκου ενώπιον του Υιού και Θεού Της.
*
Ο ίδιος όμως Πολιτισμός εκφράζει τον δημιουργόν του. Έκαστον δημιούργημα και επινόημα αναγγέλλει και εκφράζει τον εμπνευστήν και δημιουργόν του. Τα μεγάλα αριστουργήματα του Ορθοδόξου Πολιτισμού, τα οποία πλουτεί ο φιλόκαλος Γεωργιανός Λαός, αναγγέλλουν το κάλλος και την ωραιότητα ψυχής του δημιουργού των, του Γεωργιανού πολιτιστικού η θ ο υ ς  και υ φ ο υ ς, η κατ  λλους τεχνοτροπίας.
Κατ  νλογον τρόπον, και τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα του πιστού Ορθοδόξου Λαού τούτου, τα οποία  προσκυνούνται και λατρεύονται σήμερον εις τούς Ιερούς Ναούς, τας Ιεράς Μονάς  και φυλάσσονται εις τα μουσεία της Χωρας του, αποκαλύπτουν και εκφράζουν την ωραιότητα, την ευγένειαν, την ευαισθησίαν και το κάλλος της Ορθοδόξου Γεωργιανής ψυχής και την πίστιν αυτής, την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να καταβάλουν αι συμφοραί, οι διωγμοί, αι δυσχέρειαι ανά τούς αιώνας, αι περιπέτειαι της ιστορίας και τα χαλάσματα των ανθρωπείων. Και ασφαλώς και η λατρεία και η προσκύνησις "επί το πρωτότυπον διαβαίνει".
* *
Εαν θα ηθέλομεν να αναφερθώμεν και να συγκρίνωμεν τον Ορθόδοξον πολιτισμόν προς τον Δυτικόν ασφαλώς και τα συμπεράσματα θα ήσαν όχι γοητευτικά, δια να μη είπωμεν απελπιστικά. Εις τον πρώτον κυριαρχεί το θ ε α ν θ ρ ω π ι ν ο ν στοιχείον, το κ α λ λ ο ς, το μ ο ν ι μ ο ν• εις δε τον δεύτερον το ανθρώπινον, το γήϊνον, το υλικόν, το παροδικόν. Βλέπει τις ορατώς εις τον σύγχρονον πολιτισμόν, και δη εις τον ευρωπαϊκόν και δυτικόν, εις όλα τα επίπεδα της εκφράσεώς του, συχνάκις την σύγχυσιν, την ασυναρτησίαν, την απουσίαν της ωραιότητος, τα οποία εκφράζουν αντίστοιχον εσωτερικήν σύγχυσιν, ασυναρτησίαν και απουσίαν του Θεού, παρά και εκ του Οποίου πηγάζει η ωραιότης, η αρμονία, η τάξις και το κάλλος των κτισμάτων.
Η διατάραξις της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεόν, η οποία πολλάκις φθάνει εις την τελείαν άρνησιν του Πλάστου από το πλάσμα Του και η οποία κυριαρχεί εν πολλοίς εις τον σημερινόν δυτικόν και ευρύτερον κόσμον εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής του, ευρίσκεται εκτετυπωμένη και εις τον πολιτισμόν του, εις τα ανθρώπινα δημιουργήματα.
Και, αντιθέτως, η αρμονία της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεόν ευρίσκεται εντετυπωμένη εις τας πολιτιστικάς δημιουργίας, παλαιάς και συγχρόνους, των Ορθοδόξων Λαών, μεταξύ των οποίων και ο ιδικός σας, ο Γεωργιανός.
Πως όμως έφθασαν οι δύο πολιτισμοί, ο σύγχρονος Δυτικός και ο Ορθόδοξος, εις τοιαύτην μεγάλην διαφοράν; Επί ποίου θεμελίου έχει οικοδομηθή ο Ορθόδοξος πολιτισμός; Ασφαλώς επί του Προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος δια να ανυψώση το πλάσμα Του, το τελειότερον δημιούργημά Του, τον άνθρωπον, εις τον Θεόν. Αυτή είναι η  α ρ χ η  και το  τ ε λ ο ς  και ο  σ κ ο π ο ς  του Θεανθρωπίνου Ορθοδόξου Πολιτισμού. Δεν απομονώνει τον άνθρωπον, όπως ο Δυτικός Ουμανισμός, αλλά ο άνθρωπος ζ η , σ κ ε π τ ε τ α ι  και  κ ι ν ε ι τ α ι  ηνωμένος μετά του Θεανθρώπου Χριστού.
"Εν Αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν" (Πραξ. ιζ ,28). Η ζωη του ανθρώπου είναι ζωη του Χριστού, η σκέψις του σκέψις του Χριστού, Αυτώ προσφέρει τα πάντα: "τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα" (Θεία Λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου, εκφώνησις προ του καθαγιασμού των Τιμίων Δωρων).
Μονον δια της οργανικής σχέσεως προς τον Θεάνθρωπον Χριστόν δύναται ο άνθρωπος να  κ α τ α κ τ η σ η  πολιτιστικά  δ η μ ι ο υ ρ γ η μ α τ α, τα οποία μένουν  α θ α ν α τ α  εν τω κόσμω και φωτίζουν και παραδειγματίζουν. Μονον εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν ευρίσκει ο άνθρωπος το πλήρωμα και την τελείωσιν της υπάρξεως αυτού. Μονον εις Αυτόν ευρίσκει ο πολιτισμός την αληθινήν ωραιότητα, την αθανασίαν και την αιωνιότητά του.
Ο Θεανθρωπος Χριστός ελευθερώνει τον άνθρωπον εκ της τυραννίας της ύλης και των πραγμάτων. Ο Ορθόδοξος άνθρωπος στρέφεται με όλην την δύναμίν του εις την ψυχήν, η οποία, κατά τον λόγον του Κυρίου, αξίζει περισσότερον από όσον όλος ο κόσμος. Δια τούτο και ο Ορθόδοξος πολιτισμός είναι πρωτίστως  π ο λ ι τ ι σ μ ο ς  της ψυχής και όχι της ύλης.
Διότι η αγάπη προς τον Θεόν και η αγάπη προς την ύλην είναι πράγματα και θέσεις ασυμβίβαστοι. Ως μαρτυρεί ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, "όστις απέκτησε τον Θεόν, είναι ανάγκη να μη πεισθή να αποκτήση άλλο τι, αλλά και αυτό το σώμα αυτού να αποδυθή. Εαν όμως ενδυθή τις τούτον τον κόσμον, και αγαπήση ταύτην την ζωήν, δεν θα ενδυθή τον Θεόν, έως ότου αφήση ταύτα• επειδή εμαρτύρησε τούτο αυτός ο Θεός, λέγων• όστις δεν αφήσει πάντα και μισήσει την ζωήν αυτού, δεν δύναται να γίνη μαθητής μου".
"Και αυτοί οι Άγιοι μετά ησθενημένου σώματος και χλωμού εκ νηστείας προσώπου, και μετά καθαρού και ησύχου νοός, απηλλαγμένου γηΐνων λογισμών, απετόλμων να συνομιλώσι μετά του Θεού και υψούντο εις τα κρυπτά θεία μυστήρια των αποκαλύψεων... Ηνοίγοντο οι νοεροί οφθαλμοί των και έβλεπον την δύναμιν και το κάλλος των ποιημάτων του Θεού κατά το μέτρον της καθαρότητός των" (Του Οσίου πατρός ημών Ισαάκ του Συρου, Τα σωζόμενα Ασκητικά).
* *
Δια τούτο και πάντες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πρέπει να είμεθα υπερήφανοι δια τον πολιτισμόν μας, έστω και εάν υλικώς δεν ευημερούμεν, δεν διαθέτομεν "τα μέσα", τούς πόρους και τα εφόδια, τα οποία διαθέτουν οι άλλοι λαοί.
Έστω και αν είμεθα πτωχότεροι άλλων λαών, έστω και εάν μας λείπουν ενίοτε και τα απαραίτητα. Ο πλούτος ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών είναι ε σ ω τ ε ρ ι κ ο ς. Ο ίδιος ο Κυριος μας, μας εδίδαξεν: "ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως• [...] ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν" (πρβλ. Λουκ. ιζ ,20-22).
Όλος ο αναφαίρετος πνευματικός πλούτος ευρίσκεται εντός της ψυχής της ηγιασμένης υπό του Αγίου Πνεύματος• διότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι βρώσις και πόσις, αλλά "δικαιοσύνη, και ειρήνη, και χαρά εν Πνεύματι Αγίω" (Ρωμ. ιδ ,17-18).
Δεν είναι καθόλου εκπληκτικόν, ότι ο μη πνευματικός άνθρωπος ρυθμίζει καλλίτερον τας υλικάς υποθέσεις του από τον πνευματικόν.
Ο μη πνευματικός άνθρωπος ασχολείται με την προσπάθειαν να εξασφαλίση τα πράγματα και γίνεται αιχμάλωτος αυτών, ενώ ο πνευματικός πασχίζει με τον νουν του να διαμένη εν τω Θεώ, και εις την προσπάθειάν του αυτήν δεν τον συγκινούν τα υλικά επιτεύγματα. Εαν οι Ορθόδοξοι Λαοί εστρέφοντο με όλην την ορμήν των προς τα γήϊνα και μη πνευματικά, συντόμως θα ηδύναντο ίσως, αν μη ασφαλώς, να υπερβούν τούς άλλους λαούς, ως, άλλωστε, συνέβη εις τας χώρας του λεγομένου υπαρκτού σοσιαλισμού, επειδή η ενασχόλησις με τα υλικά και πεπερασμένα είναι ασυγκρίτως ευκολωτέρα από της ενασχολήσεως με τα μη παρερχόμενα και με αυτά τα οποία αρέσουν και ευαρεστούν τον Θεόν, τα αιώνια.
Ο Θεός μας έδωσε την εντολήν "ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα", δηλαδή τα υλικά, "προστεθήσεται υμίν" (Ματθ. ς ,33-34). Πάντα τα υλικά, το ένδυμα, η κατοικία, η τροφή, είναι το συμπλήρωμα. Ο σημερινός Δυτικός πολιτισμός δυστυχώς επιζητεί πρώτον το συμπλήρωμα και ο άνθρωπος καταναλώνει άπασαν την μέριμνάν του εις πολυαρίθμους ανάγκας, άνευ νοήματος και ουσίας. Ο δε Ορθόδοξος άνθρωπος, ο άγιος, αναζητεί μόνον το Εν, ου "εστι χρεία" (πρβλ. Λουκ. ι ,42), δι  ατν και δια την ανθρωπότητα. Ποίον είναι αυτό το Εν;
Ο δια την ημετέραν σωτηρίαν άνθρωπος γενόμενος Υιός και Λογος του Θεού, και παν ο,τι Αυτός κομίζει εις τον κόσμον: ειρήνην, δικαιοσύνην, απολύτρωσιν, αγάπην, φως, χρηστότητα, αγαθωσύνην, πραότητα, αθανασίαν. Πάσαι αι έτεραι ανάγκαι του ανθρώπου, εν συγκρίσει προς αυτό το Εν, "ου έχομεν χρείαν", είναι τόσον δευτερεύουσαι, ώστε να είναι σχεδόν άχρηστοι.
Ο άνθρωπος του Θεού δεν εξουσιάζεται υπό πραγμάτων, ιδεών, αναγκών, εξωτερικών συνθηκών, λογικής, αλλά μένει εσωτερικώς ελεύθερος από πάντων, εν τη κοινωνία του με τον Θεόν. Η αρμονική αυτή κοινωνία του μετά του Θεού μεταδίδεται εις τα δημιουργήματά του και γίνεται τοιουτοτρόπως ο ίδιος ο άνθρωπος  δ η μ ι ο υ ρ γ ο ς Θεανθρωπίνου πολιτισμού, δια λόγου, δια τέχνης, δι  ργων, δι  πινοσεως, και κυρίως δια της προσευχής.
Ας μη λησμονήται, ότι το τελειότερον αλφάβητον εις τον κόσμον, το φωνητικόν, εις το οποίον κάθε γράμμα αποδίδει ένα φθόγγον, εδόθη πρώτον εις τον άνθρωπον υπό του ιδίου του Θεού, κατά την αποκάλυψιν του Δεκαλόγου εις τον απεσταλμένον Του, τον Μωϋσήν, δια να δυνηθή να εκφράση τελειότερον όσα του απεκαλύφθησαν εν τω Όρει Σινά, ότε ο Θεός απεκαλύφθη εν τω κόσμω προσωπικώς και υποστατικώς, ως ο Ω ν, και όχι ως μία απρόσωπος, αμέθεκτος και απρόσιτος ανωτέρα δύναμις. Ούτως, ο μύστης των απορρήτων της Θεότητος γίνεται δημιουργός και φορεύς πολιτισμού, δεχόμενος πρώτος την αποκάλυψιν του προσωπικού Θεού, μετά του Οποίου ωμίλει και ομιλεί ενώπιος ενωπίω.
* *
Δια τούτο, αδελφοί Ορθόδοξοι Γεωργιανοί, πρέπει να δοξάζωμεν τον Θεόν και να είμεθα υπερήφανοι διότι εγεννήθητε και εγεννήθημεν Ορθόδοξοι και ανετράφητε εις μίαν Ορθόδοξον Χωραν, μάλιστα με τοιαύτην πλουσίαν ιστορίαν και πολιτισμόν, ως η ένδοξος και γενναία της Γεωργίας. Μη συγκινείσθε εκ των φαινομενικώς πολιτιστικών επιτευγμάτων του παρόντος αιώνος της αποστασίας, ο οποίος έχει υπερβή ασυλλήπτως τας τεχνολογικάς δυνατότητας πάσης άλλης εποχής, αλλά συγχρόνως έχει ανοίξει και το λεγόμενον "κουτί της Πανδώρας", εκ του οποίου δύνανται να ελευθερωθούν δυνάμεις ικαναί να καταστρέψουν  τον κόσμον άπαντα, "στοιχεία καυσούμενα", επαρκούντα δια να κατακαύσουν "την γην και τα εν αυτή έργα" (πρβλ. Β  Πτρ. γ ,10).
Αλλοίμονον εις την ανθρωπότητα, εάν η σύγχρονος τεχνογνωσία και τεχνολογική δύναμις, αι οποίαι είναι ικαναί να μεταποιήσουν την γην όλην εις παράδεισον, δεν αξιοποιηθούν επωφελώς δι' αυτήν. Ημείς όμως, ως χριστιανοί και γνήσια τέκνα του ουρανίου Πατρός, δεν πτοούμεθα υπό της καταστάσεως ταύτης, υπό της πενίας, της οικονομικής κρίσεως, των αδικιών, της συκοφαντίας, των πολέμων, των συσσωρευομένων καθ  μραν τρομακτικών απειλών. Πάσαι αι ανωτέρω ανθρώπιναι καταστάσεις, δεν δημιουργούν πολιτισμόν.
Ο Ορθόδοξος πολιτισμός δεν είναι "γη και σποδός", αλλά κ α τ α ξ ι ω σ ι ς και π ρ ο σ δ ο κ ι α:  "Προσδοκώμεν και σπεύδομεν την παρουσίαν της του Θεού ημέρας, [...] καινούς δε ουρανούς και γην καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί” (πρβλ. Β Πτρου γ , 12-13). Και η δικαιοσύνη δι  μς είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Δια της απομονώσεώς του εις τας τεχνολογικάς εφευρέσεις και εις τον υλικόν κόσμον ο δυτικός άνθρωπος αποθνήσκει και εξαφανίζεται. Η θεοποίησις της λογικής, ο ναρκισσισμός του, είναι ο τάφος εκ του οποίου δεν δύναται να αναστήση εαυτόν. Και βλέπομεν ότι, ενώ ο άνθρωπος κατακτά και κερδίζει όλον τον κόσμον, μεταβαίνει εις το διάστημα και εις τούς άλλους πλανήτας, κατά παραχώρησιν πάντοτε του Θεού, όμως δεν δύναται να επιλύση τα βασικώτερα προβλήματα της ζωής και να δικαιώση την ύπαρξίν του.
Ο Ορθόδοξος Θεάνθρωπος όμως έχει λύσει όλα αυτά τα προβλήματα. Και τα έλυσε με α υ τ ο θ υ σ ι α ν. Ενώ εις τον σύγχρονον δυτικόν και μη κόσμον, λαοί, φυλαί και κράτη και επί μέρους άτομα, νομίζοντα ότι είναι μόνιμοι φορείς "ικανού νοός" και ότι δύνανται δι  ατο να ρυθμίσουν τα πάντα, εφαρμόζουν το δόγμα "θυσίαζε τον άλλον χάριν του εαυτού σου",  ο Θεάνθρωπος Χριστός και ο χριστοποιημένος άνθρωπος εφαρμόζουν το δόγμα, όχι το εξελθόν "παρά Καίσαρος Αυγούστου", αλλά το δόγμα του αδυνάμου και δια τούτο παντοδυνάμου Κυρίου, "θυσίαζε τον εαυτόν σου χάριν των άλλων"• η γαρ δύναμις του Κυρίου εν ασθενεία τελειούται, εις τον Σταυρόν, δια να φέρη την Ανάστασιν του ιδίου ως Θεού και του δημιουργήματός Του δι  ατς.
Ο δυτικός κόσμος ίσταται αδύναμος και ανήμπορος ενώπιον του αιωνίως αλύτου προβλήματος του θανάτου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός όμως το έλυσε δια των παθών, της σταυρικής θυσίας, της ταφής και της Αναστάσεώς Του. Με την Χαριν και με την βοήθειάν Του το λύομεν και ημείς, συμμετέχοντες εις τα ίδια παθήματα δια να αναστηθώμεν μαζί Του.
* *
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Ο Θεός, ως επιβεβαιοί αψευδώς ο ίδιος δια του πρώτου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, της Γενέσεως, "είδε τα πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν• και συνετελέσθησαν ο ουρανός και η γη και πας ο κόσμος αυτών" (Γεν. 1,31-2,1).
Και ο Μεγας Βασίλειος προσφυώς δογματίζει: "Υιούς εγέννησα και ύψωσα, αυτοί δε με ηθέτησαν [...] Γενέσεως είδη δύο: Η μεν, η κατά Θεόν μόρφωσις, εξ έργων και παραδοχής δογμάτων επιτελουμένη• ως γεννά Παύλος δια του Ευαγγελίου [...] η δε τις εστιν, η εις τον βίον είσοδος, ως το, Αύτη η βίβλος γενέσεως [...] Μεγάλη μεν ουν κατηγορία, και τον υιόν όντα και της σωματικής γενέσεως τετυχηκότα, αγνώμονα είναι περί τον γεννήσαντα• αφορήτου δε μίσους άξιος ο και υψωθείς τω γενέσθαι των ουρανίων μέτοχος, και μηδέ ούτως επιμένων τη προς τον ευεργέτην αγάπη (Εις τον Προφήτην Ησαΐαν).
Ο Ορθόδοξος πολιτισμός έχει "πνοήν ζωής", η μάλλον εμπνέεται από "πνοήν ζωής" και μεταβάλλεται εις "ψυχήν ζώσαν" (Γεν.β,7), κατά τον ίδιον τρόπον ότε "έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν" (Γεν. β ,7). Τοιουτοτρόπως και ο "χους" και η "ύλη" και το πεπερασμένον ανθρώπινον "πνεύμα" και η "λογική" μεταποιούνται υπό του Ορθοδόξου καλλιτέχνου, δια του Αγίου Πνεύματος, και δίδεται εις αυτά "πνοη ζωής". Όλη η παράδοσις και η πίστις μας είναι μία  μ α ρ τ υ ρ ι α  Ορθοδόξου πολιτισμού, "χάριτος και αληθείας". Και αληθώς και εμπειρικώς "η Χαρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο" (Ιωάν. α ,17-18).
Η Θεία Λειτουργία, ως θεόπνευστα κείμενα και ως αναίμακτος προσφορά "υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας”, η εμπνευσθείσα υπό του Αγίου Πνεύματος διδασκαλία και οι θησαυροί των Πατέρων της Ορθοδόξου καθ  μς Ανατολής, αι Ιεραί Εικόνες, τα ιερά αντικείμενα της Θείας Λατρείας, αι αναρίθμητοι εκφάνσεις της καθ  μραν λατρευτικής και προσευχητικής και πνευματικής ζωής του Ορθοδόξου πιστού, δια της ασκήσεως και της νηστείας, δια της προσηλώσεως εις το θείον, εις τον "αοράτως συνόντα" και συμπορευόμενον Κυριον, αυτό τούτο το Ορθόδοξον  βίωμα  και έθος αποτελούν στοιχεία του Ορθοδόξου Πολιτισμού από της εμφανίσεως του Κυρίου, του Βυζαντινού και του μεταβυζαντικού Πολιτισμού, της κληρονομίας μας, η οποία δεν περιορίζεται εις τόπον και χρόνον, αλλά υπερβαίνει και τον τόπον  και τον χρόνον, και μεταβιβάζει προς το αιώνιον. Ο Ορθόδοξος πολιτισμός ευρίσκεται μακράν θρησκευτικών φανατισμών και μονομερείας και εκφράσεως του εθνοφυλετικού στοιχείου, είναι α π ο λ υ τ ο ς, ανήκει εις πάντας• είναι αιώνιος• είναι τα πάντα και εν πάσι Χριστός, ο "μελιζόμενος και μηδέποτε διαιρούμενος".  
Δια τούτο καλούμεν εαυτούς και αλλήλους να στραφώμεν εις τας ευγενείς και καλλιελαίους ρίζας του Ορθοδόξου Θεανθρωπίνου πολιτισμού μας. Ας καλλιεργή-σωμεν  αυτό το πνεύμα της περιφρονήσεως της παρούσης ζωής χάριν της ουρανίου πολιτείας, το οποίον εκαλλιέργησαν οι Μαρτυρες, οι Ιεράρχαι, οι Ασκηταί, οι Όσιοι και γενναίοι αυτής της αιματοποτίστου και ευλογημένης Ορθοδόξου Γεωργιανής γης. Η ωραία αυτή Χωρα έχει αναδείξει τόσους πολλούς και τόσον μεγάλους Αγίους, πραγματικούς ανθρώπους του πνεύματος, εις την μακραίωνα ιστορίαν της.
Ανθρώπους, οι οποίοι "πάντες το αυτό βρώμα πνευματικόν έφαγον, και πάντες το αυτό πόμα πνευματικόν έπιον• έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ην ο Χριστόςʹ (Α Κορ. ι' 3-4). Αυτό το ποτήριον τούς είχε μεθύσει και δεν ησθάνοντο τον κόσμον, αλλά είχον γίνει ως αναίσθητοι εις τας θλίψεις και την τραχύτητα της χριστιανικής οδού, επειδή κατά πάσαν ώραν είχον εστραμμένα τα όμματα εις τον Θεόν και Πατέρα των και έβλεπον δια του κρυπτού οφθαλμού της πίστεως αυτά τα οποία είναι αόρατα και μη αίσθητά.
Αι επαγγελίαι του Θεού είχον διδάξει εις αυτούς την αφοβίαν, την υπομονήν εις τούς πειρασμούς, την ανδρείαν της καρδίας, και το μόνον το οποίον ηύχοντο και επεθύμουν ήτο το "γενηθήτω, Κυριε, επ  μο το θέλημά Σου", και η προσευχή "ως οίδεν η ευσπλαγνία Σου, η Χαρις Σου, η ανεξικακία Σου, Συ κυβέρνησον την ζωήν μου και σώσον με".
Ο Ορθόδοξος πολιτισμός δεν αποβλέπει εις το παρόν, διότι "πείθουσι γυμνά τούς ορώντας οστέα, ως ουδέν ημίν προσφυές των ενθάδε" (Τα γυμνά κόκκαλα πείθουν όσους τα βλέπουν, ότι τίποτε από τα γήϊνα δεν είναι δικό μας) (Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Έπη Θεολογικά, Ποίημα ΛΒ, Γνωμικά δίστιχα).
* *
Ηθελήσαμεν, Μακαριώτατε, αδελφοί Ιεράρχαι, Πατέρες, Αδελφοί και Αδελφαί, ευλογημένοι Γεωργιανοί, "μεμνημένοι της σωτηρίου εντολής, και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας" (Ευχή Θείας Αναφοράς Θείας Λειτουργίας του Ιερού Χρυσοστόμου) να ομιλήσωμεν σήμερον ως Ορθόδοξος προς αληθείς Ορθοδόξους "εν πνεύματι και αληθεία". Ως άνθρωπος σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες, διο και δια να ομιλήσωμεν πολιτισμικώς σας μεταφέρομεν το αψευδές και φωτεινόν παράδειγμα του Κυρίου, των Αποστόλων και των Πατέρων.
Τα λεχθέντα υπό της ημετέρας Μετριότητος περί Ορθοδόξου Πολιτισμού,  δεν είναι ιδικά μας,  είναι του Κυρίου και της Ορθοδόξου Παραδόσεως και της Αληθείας του Κυρίου, ο Οποίος είναι η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωη.  Είναι χάρισμα. Και το χάρισμα είναι δώρον του Αγίου Πνεύματος (πρβλ. Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Έπη Θεολογικά, Ποίημα ΛΒ, Γνωμικά δίστιχα). Όπως κ α τ α κ τ η σ ι ς και χάρισμα είναι ο πολιτισμός της Ορθοδόξου Γεωργίας. Όπως χάρισμα και ευλογία είναι η παρουσία επί το πηδάλιον του σκάφους της τοπικής Εκκλησίας της Υμετέρας Μακαριότητος, πεφιλημένε αδελφέ Πατριάρχα κύριε Ηλία, ο οποίος δια της προσφοράς Σας ως κληρικού, Ιεράρχου και Πατριάρχου εδημιουργήσατε    π ο λ ι τ ι σ μ ο ν.
* *
Σας ευχαριστούμεν δια την τιμήν να ομιλήσωμεν σήμερον ενώπιόν σας, του εκλεκτού τούτου ακροατηρίου και των λίαν προσφιλών φοιτητών του Πανεπιστημίου του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, με αφορμήν την έναρξιν του επιστημονικού τούτου Συνεδρίου. Ευχαριστούμεν δια την υπομονήν σας, την θερμήν υποδοχήν σας και τούς καρδιακούς λόγους της αγάπης σας, οι οποίοι, παρά το εξωτερικόν ψύχος, θερμαίνουν τας καρδίας.
Ευχόμεθα ο προστάτης μας Άγιος Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, ο μαθητευθείς πλησίον του αποκεφαλισθέντος Ιωάννου του Προδρόμου το πρώτον, και εν συνεχεία ως ακόλουθος πιστός του Κυρίου, να ευλογή πλουσίως το έργον του Πανεπιστημίου και τας εργασίας του αρχομένου Συνεδρίου, και να καλή πάντας τούς ενταύθα προσερχομένους εις τον ηγαπημένον Διδάσκαλόν του.
ΠΗΓΗ:http://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/oikoumeniko-patriarxeio/15273-2013-01-18-14-12-18