Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Από Βουδιστής, Ορθόδοξος




O Αλέξιος Setir Cahyadi περιγράφει την συγκλονιστική του ιστορία. Πως τον κέρδισε η θρησκεία μας και άφησε τον Βουδισμό.

Σας την παρουσιάζουμε:
"Αφιερώνω αυτή τη μαρτυρία στην Αγία Τριάδα, με την καρδιά γεμάτη ευχαριστίες που δεν μπορούν να εκφραστούν πλήρως με λέξεις, σαν ελάχιστο δείγμα ταπεινής ευγνωμοσύνης καΙ βαθειας εξυμvήσεως του ενδόξου ονόματος του Θεού, επειδή η Χάρη Του με βοήθησε να γνωρίσω το αληθινό φως, που είναι ο Σωτήρας της ψυχής.
Γεννήθηκα καΙ μεγάλωσα σε βουδδιστική οικογένεια και με ζήλο παρακολούθησα τη βουδδιστική διδασκαλία. Έτσι έγινα τόσο καλός βουδδιστής, ώστε κατόρθωσα να φέρω στο Βουδδισμό και τη μωαμεθανή μνηστή μου. Παντρευτήκαμε σύμφωνα με το βουδδιστικό τυπικό.
Κατά τη διάρκεια του γάμου μας δεν είχα καμμιά ιδιαίτερη θρησκευτική εμπειρία σαν βουδδιστής. Λίγο αργότερα οι περιστάσεις με ανάγκασαν να εγκαταλείψω το χωριό μου και εγκατασταθώ στην πόλη Solo. Εκεί άρχισα να εργάζομαι στους σιδηροδρόμους, προς απογοήτευση της οικογένειας μου, η οποία ήθελε να γίνω διδάσκαλος του Βουδισμού.
Όσο καιρό εργαζόμουν στους σιδηροδρόμους (μετά εργάστηκα σε Ασφαλιστική Εταιρεία) έμενα σε μια συνοικία ότου κατοικούσαν πολλές χριστιανικές oικογένειες. Εκείνη την εποχή είχα την ευλογία να αποκτήσω δύο παιδιά, και τα δύο κορίτσια. Η μεγαλύτερη κόρη μου είχε πολλές χριστιανές φίλες. Μερικές άπ’ αυτές παρακολουθούσαν το Κατηχητικό σχολείο της περιοχής. Η κόρη μου ήθελε να πηγαίνει μαζί τους στο Κατηχητικό, αλλά εγώ της το απαγόρευα. Εκείνη όμως έκλαιγε και ζητούσε να πηγαίνει. Τελικά αναγκάστηκα να υποχωρήσω.
Μια μέρα η κόρη μου έφερε μια μικρή καινή Διαθήκη, την οποία της είχαν δώσει στο Κατηχητικό. Από περιέργεια διάβαζα αυτό το μικρό βιβλίο, όταν είχα καιρό και αισθανόμουν ότι από κάπου μου εδίδετο η ικανότητα κατανοήσεώς του. Τώρα γνωρίζω ότι αυτό ήταν ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος. Σιγά-σιγά άρχισα να καταλαβαίνω πόσο μοναδική και διαφορετική είναι η χριστιανική διδασκαλία, σε σύγκριση με τη διδασκαλία, που εγώ πριν θεωρούσα σωστή. Η μοναδικότητα της μου αύξησε την επιθυμία να μάθω περισσότερα γι’ αυτήν την καινούργια και παράξενη χριστιανική διδασκαλία. Όσο διάβαζα, τόσο με συνέπαιρνε. Τελικά αποφάσισα ότι έπρεπε κάτι να κάνω. Ένας χριστιανός (προτεστάντης) φίλος με πήγε σε μια σύναξη προσευχής στο Solo. Δεν είχα όμως διδαχθεί να είμαι μέλος οποιασδήποτε Εκκλησίας, ούτε την αναγκαιότητα του Βαπτίσματος. Αυτή η προτεσταντική σύναξη προσευχής έδιδε και τη Θεία Κοινωνία, χωρίς την παρουσία χειροτονημένου κληρικού.
Μια μέρα, σε μια συγκέντρωση διαφόρων χριστιανών, συνάντησα κάποιον που φαινόταν ότι είχε πλατειά γνώση της χριστιανικής διδασκαλίας και μεγάλη σοφία. Ήταν ο π. Δανιήλ Bambang. Δεν γνώριζα τότε ότι ήταν ορθόδοξος Ιερέας. Από επιθυμία να μάθω περισσότερα για την ορθή πίστη, ζήτησα να παρακολουθώ τα δικά του μαθήματα. Έτσι κατηχήθηκα στην Ορθοδοξία επί αρκετούς μήνες.
Στη συνέχεια, με τη Χάρη του Παντοδύναμου Θεού και χωρίς κανείς να με αναγκάσει, βαπτίστηκα ορθόδοξος στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Τώρα γνωρίζω ότι είμαι στις αγκάλες της Αποστολικής Εκκλησίας, στους κόλπους της αληθινής αρχικής Εκκλησίας. Η πνευματική μου αναζήτηση έχει βρει το λιμάνι της αναπαύσεως κι η καρδιά μου έχει τη βεβαιότητα ότι βρίσκομαι στην αληθινή και αναλλοίωτη πίστη των Αγίων Αποστόλων, η οποία έχει διατηρηθεί ακεραία από την Ορθόδοξη Εκκλησία, διά μέσου των αιώνων. Είθε η δόξα και η λατρεία να αποδίδονται στο όνομα του Ενός και Μοναδικού Θεού· της Υπεραγίας Τριάδος· του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Αρχαία Ελληνικά


Φράσεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που «επέζησαν» μέχρι σήμερα



Παρ’ όλες τις επιρροές που έχει δεχθεί η γλώσσα μας, εντούτοις χρησιμοποιούμε στον καθημερινό λόγο, εκφράσεις αυτούσιες, προερχόμενες από την αρχαία Ελληνική. Αυτές αποτελούν την απόδειξη ότι η γλώσσα είναι το μοναδικό πολιτισμικό κληροδότημα, το οποίο παραμένει ανεπηρέαστο από το χρόνο.
Είναι λοιπόν χρήσιμο να μάθουμε ή να θυμηθούμε, από που προέρχονται και από ποιούς ελέχθησαν για πρώτη φορά
- Αιδώς Αργείοι: όταν θέλουμε να καταδείξουμε αισθήματα ντροπής αναφερόμενοι σε…. κάποιον άλλο.
Ειπώθηκε από τον Στέντορα (σε έντονο ύφος) προς τους Αργείους κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, με σκοπό να τους ανυψώσει το ηθικό όταν ο Αχιλλέας αποχώρησε από τη μάχη. (Ομήρου Ιλιάδα – Ε 787)
- Αντίπαλον δέος: όταν αναφερόμαστε σε ισχυρό αντίπαλο. (Θουκυδίδης – Γ 11)
- Από μηχανής θεός: μη αναμενόμενη βοήθεια – λύση – συνδρομή σε κάποιο πρόβλημα ή δύσκολη κατάσταση.
Προέρχεται από θεατρικό τέχνασμα στην αρχαία Ελλάδα που χρησιμοποιούσαν οι τραγικοί ποιητές όταν ήθελαν να δώσουν διέξοδο στη πλοκή του έργου και στο οποίο κατά τη διάρκεια της παράστασης εμφανιζόταν ένας Θεός επάνω σε εναέρια κατασκευή (γερανός).
- Αρχή άνδρα δείκνυσι: όταν οι πράξεις – έργα χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο στον οποίο αναφερόμαστε. (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής…. Αντιγόνη 62)
- Ασκοί του Αιόλου: σε περιπτώσεις επικείμενων δεινών – καταστροφών.
Ο Αίολος έδωσε έναν ασκό στον Οδυσσέα ο οποίος περιείχε ανέμους. Όταν λοιπόν οι σύντροφοι του Οδυσσέα άνοιξαν τον ασκό, απελευθερώθηκαν οι άνεμοι και παρέσυραν το πλοίο στο νησί των Λαιστρυγόνων. (Ομήρου Οδύσσεια Κ 1-56)
- Αχίλλειος πτέρνα: αδύνατο σημείο
Η φράση προέρχεται από το μύθο του Αχιλλέα, σύμφωνα με τον οποίο, όταν τον βύθιζε στο αθάνατο νερό η μητέρα του, επειδή τον κρατούσε από τη φτέρνα, στο συγκεκριμένο σημείο του σώματός του παρέμεινε θνητός.
- Βίος αβίωτος : ζωή ανυπόφορη. (Χίλων Ο Λακεδαιμόνιος)
- Γαία πυρί μειχθήτω: σε περιπτώσεις καταστροφής, όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση.
- Γη και ύδωρ: υποδηλώνει περιπτώσεις υποταγής , πλήρους υποχώρησης, παράδοσης άνευ όρων.
Η φράση προέρχεται από τον Ηρόδοτο, σύμφωνα με τον οποίο οι Πέρσες απεσταλμένοι ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες γη και ύδωρ σε ένδειξη υποταγής. (Ηροδότου Ιστορία V 17-18)
- Γόρδιος δεσμός: αναφέρεται σε περιπτώσεις δύσκολων προβλημάτων (άλυτων).
Η φράση λέγεται σε περιπτώσεις δύσκολων καταστάσεων, όπως αυτή που αντιμετώπισε ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν προσπάθησε να λύσει ένα πολύπλοκο κόμπο, το «γόρδιο δεσμό» τον οποίον σύμφωνα με τον χρησμό όποιος τον έλυνε θα γινόταν κυρίαρχος της Ασίας. (Αρριαννού 11 3)
- Δαμόκλειος σπάθη: απειλητικές καταστάσεις
Η φράση προέρχεται από επεισόδιο που συνέβη μεταξύ του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου και του Δαμοκλή, ενός αυλικού κόλακα , όταν ο πρώτος θέλοντας να δείξει στο Δαμοκλή πόσο επικίνδυνο ήταν το αξίωμα του τυράννου τον έβαλε να καθίσει στο θρόνο, ενώ από πάνω του κρεμόταν ξίφος σε μια τρίχα αλόγου.
 - Διέβην τον Ρουβίκωνα : σε περιπτώσεις που λαμβάνεται μία παράτολμη απόφαση.
Η φράση αποδίδεται στον Ιούλιο Καίσαρα ο οποίος όταν το 49 π.Χ. αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο στην Ιταλία, πέρασε με το στρατό του τον ποταμό Ρουβίκωνα κατευθυνόμενος προς την Ρώμη.
- Δούρειος Ίππος: αναφέρεται σε περιπτώσεις δολιότητας, ή δώρων τα οποία υποκρύπτουν δόλο.
Η φράση προέρχεται από τον Όμηρο και αναφέρεται κατά την περίοδο των Τρωικών πολέμων τότε που οι Έλληνες ενώ χάρισαν στους Τρώες ξύλινο άλογο μεγάλων διαστάσεων ως αφιέρωμα στους Θεούς, στο εσωτερικό του ήταν κρυμμένοι ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, οι οποίοι άνοιξαν τις πύλες της Τροίας στους υπόλοιπους Έλληνες (Ομήρου Οδύσσεια λ 529)
- Δρακόντεια μέτρα: αναφέρεται σε περιπτώσεις λήψης αυστηρών – σκληρών μέτρων
Η φράση προέρχεται από τον Δράκοντα (7ος αιώνας π.Χ) αρχαίο νομοθέτη των Αθηνών, ο οποίος ήταν γνωστός για τους αυστηρούς και σκληρούς νόμους που επέβαλε.
- Eξ απαλών ονύχων: αναφέρεται στην νηπιακή ηλικία κυριολεκτικά, ή σε παλαιότερη χρονική περίοδο μεταφορικά.
Η φράση χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τη νηπιακή ηλικία κατά την οποία ο άνθρωπος έχει μαλακά νύχια.
- Έπεα πτερόεντα: αερολογίες, αβάσιμα επιχειρήματα.
Ομηρική έκφραση βασισμένη στην αντίληψη ότι τα λόγια όταν εκστομίζονται τα παίρνει ο αέρας. (Ομήρου Ιλιάδα Α 201)
- Επί ξυρού ακμής : στην κόψη του ξυραφιού, σε πολύ κρίσιμη κατάσταση, σε κρίσιμο σημείο.
Ομηρική φράση η οποία ειπώθηκε από το Νέστορα στο Διομήδη στην προσπάθειά του να τον παροτρύνει για συμμετοχή στον πόλεμο εναντίον των Τρώων. (Ομήρου Ιλιάδα Κ 173)
- Εκατόμβη: Θυσία με πολλά θύματα, μεγάλη απώλεια.
Εκατόμβη στην αρχαία Ελλάδα ονόμαζαν την θυσία κατά την οποία γινόταν προσφορά από εκατό βόδια στους θεούς. (Ομήρου Ιλιάδα Α 65)
- Ες αύριον τα σπουδαία: Αργότερα θα ασχοληθούμε με τα σοβαρά ζητήματα – θέματα, αναβολή.
Τη φράση είπε ο Θηβαίος Αρχίας, όταν έλαβε το γράμμα που τον προειδοποιούσε ότι κινδυνεύει από τον Πελοπίδα. (Πλουτάρχου Πελοπ. 10)
 - Ή ταν ή επί τας : Ή θα την φέρεις νικητής (ασπίδα) ή θα σε φέρουν επάνω της νεκρό……………..ή θα επιτύχουμε, ή θα αποτύχουμε.
Τη φράση έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες μητέρες στα παιδιά τους, όταν τους έδιναν την ασπίδα για τον πόλεμο. (Πλουτάρχου Λακεδαιμ. Αποφθ.16)
- Ήξεις αφήξεις: Λέγεται όταν κάποιος αλλάζει συνεχώς γνώμη.
Η φράση προέρχεται από το χρησμό του μαντείου των Δελφών « ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω». Η θέση του κόμματος πριν ή μετά το αρνητικό μόριο ου, καθορίζει και τη σημασία του χρησμού.
- Κέρβερος: Σκληρός, ανυποχώρητος.
Προέρχεται από το ομώνυμο τέρας που φύλαγε τον Άδη και δεν επέτρεπε την είσοδο.
- Κέρας Αμαλθείας: Παραπέμπει σε πλούτο – αφθονία υλικών αγαθών.
Η φράση προέρχεται από περιστατικό όπου η Αμάλθεια έτρεφε το μικρό Δία με κέρατο κατσίκας γεμάτο γάλα και μέλι.
- Και συ τέκνον Βρούτε: Φράση που απευθύνεται σε πρόσωπα που προδίδουν την εμπιστοσύνη μας.
Την είπε ο Καίσαρας, όταν αναγνώρισε τον Βρούτο ανάμεσα στους δολοφόνους του.
- Κόπρος του Αυγείου: Συγκεντρωμένες ατασθαλίες – καταστάσεις οι οποίες δύσκολα διορθώνονται.
Η φράση προέρχεται από άθλο του Ηρακλή, κατά τον οποίο καθάρισε την κοπριά από τους στάβλους του Αυγείου.
- Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα: Λέγεται για όσους υπερηφανεύονται και καυχώνται για ανεπιβεβαίωτα κατορθώματα και καλούνται να αποδείξουν ότι λένε την αλήθεια.
Η φράση προέρχεται από Αισώπειο μύθο σύμφωνα με τον οποίο κάποιος ισχυριζόταν ότι κάποτε στη Ρόδο έκανε ένα πολύ μεγάλο άλμα και του ζήτησαν να το επαναλάβει λέγοντάς του την παραπάνω φράση. (Αισώπου Μύθοι «Ανήρ Κομπαστής»)
- Mηδένα προ του τέλους μακάριζε : Μην βιάζεσαι να μακαρίσεις κάποιον πριν το τέλος.
Με αυτή τη φράση σχολίασε ο Σόλωνας τους θησαυρούς του Κροίσου, όταν ο τελευταίος τους έδειξε με υπερηφάνεια. (Ηροδότου Ι 32 7)
 - Κύκνειο άσμα: Η τελευταία ενέργεια – πράξη – έργο κάποιου.
Προέρχεται από το τελευταίο τραγούδι του κύκνου πριν το θάνατό του. (Πλάτωνος Φαίδων 84 Ε)
- Ιστός της Πηνελόπης : Λέγεται για έργο που δεν τελειώνει.
Η φράση είναι από τον Όμηρο όπου στην Οδύσσεια αναφέρεται στην Πηνελόπη η οποία ύφαινε ένα ύφασμα την ημέρα και το ξήλωνε τη νύχτα, θέλοντας να ξεγελάσει τους μνηστήρες μέχρι να γυρίσει ο Οδυσσέας από την Τροία. (Ομήρου Οδύσσεια τ 149)
- Κουτί της Πανδώρας : Εμφάνιση πολλών δεινών ταυτόχρονα.
Η φράση προέρχεται από τη μυθολογία, σύμφωνα με την οποία ο Δίας για να τιμωρήσει τους ανθρώπους έδωσε στην Πανδώρα ως δώρο ένα κιβώτιο γεμάτο με όλες τις συμφορές, με αποτέλεσμα μόλις το άνοιξε να βγουν όλα τα δεινά, εκτός από την ελπίδα.
- Ο κύβος ερρίφθη: Η απόφαση έχει ληφθεί.
Τη φάση είπε ο Καίσαρας όταν αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο.
- Προκρούστειος Κλίνη: Προσαρμογή κάποιας κατάστασης βάσει συμφέροντος
Προέρχεται από τον μυθικό κακούργο Προκρούστη ο οποίος έδενε τα θύματά του σε κρεβάτι κι έπειτα τους έκοβε ή εξάρθρωνε τα πόδια, προκειμένου να τους φέρει σε ίσο μήκος με το κρεβάτι.
- Μέμνησο των Αθηναίων : Μην ξεχνάς αυτόν που πρόκειται να εκδικηθείς.
Τη φράση έλεγε καθημερινά ένας υπηρέτης στο Δαρείο (κατόπιν εντολής του) υπενθυμίζοντας ότι έπρεπε να τιμωρήσει τους Αθηναίους, διότι συμμετείχαν στην πυρπόληση των Σάρδεων. (Ηροδότου V 105)
- Μερίς του λέοντος : Το μεγαλύτερο μερίδιο.
(Αισώπου μύθοι «Λέων και αλώπηξ»)
- Κομίζω γλαύκα εις Αθήνας : Όταν λέγονται ήδη γνωστά πράγματα
Η φράση λέγεται διότι στην Αθήνα η γλαύκα, η κουκουβάγια, ήταν γνωστή, σαν σύμβολο της Αθήνας και εικονιζόταν παντού, όπως στις στροφές των σπιτιών, στα νομίσματα κ.λ.π. (Αριστοφάνη, Όρνιθες, 301)

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Καλημέρα Πάντες ω αδερφοί

 Τα κάλαντα των Θεοφανείων της Πάτμου
Ψέλνει με το αυθεντικό Πατμιακό ύφος 
ο Πάτμιος κ. Ζήσιμος Βιρβίλλης

Θεολογικά κάλαντα Θεοφανείων

ΚΑΛΑΝΤΑ ΦΩΤΩΝ ΠΑΤΜΟΥ

Ο Μικρός Αγιασμός



 Στὸ Εὐχολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ὑπάρχει μία ἀκολουθία πολὺ διαδεδομένη. Αὐτὴ φέρει τὸν τίτλο: «Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ». Ὡς ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀνήκει στὶς μυστηριακὲς τελετές. Δηλ. μὲ τὴν ἐπενέργεια τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Παναγίου Πνεύματος διὰ τῶν ἱερῶν καθαγιαστικῶν εὐχῶν καθίσταται τὸ νερό, ἁγιασμός. Ὁ Μικρὸς Ἁγιασμὸς τελεῖται ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ καὶ σὲ κάθε περίπτωση καὶ περίσταση. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρῶτα τελεῖται τὸ κύριο μέρος τῆς ἀκολουθίας καὶ στὸ τέλος ἀνάλογα μὲ τὴν περίσταση προστίθεται μία ἤ περισσότερες εὐχὲς σχετικὲς μὲ τὸ αἴτημα τῶν πιστῶν ποὺ τελοῦν αὐτὴν τὴν ἀκολουθία. Π.χ. προσκαλεῖται ὁ ἱερέας νὰ τελέσει Μικρὸ Ἁγιασμὸ σὲ νέα οἰκία ἐνοριτῶν του. Ὁ ἱερέας διαβάζει τὸν γνωστὸ Μικρὸ Ἁγιασμὸ καὶ στὸ τέλος προσθέτει τὴν ἰδιαίτερη «εὐχὴ ἐπὶ θεμελίου οἴκου» ἤ «εὐχὴ ὅταν μέλλῃ τις εἰσελθεῖν εἰς οἶκον νέον» (βλ. Μικρὸν Εὐχολόγιον). Θὰ λέγαμε μὲ ἁπλὰ λόγια ὅτι ὁ Μικρὸς Ἁγιασμὸς εἶναι μιὰ ἀκολουθία ποὺ συνδέεται καὶ ταιριάζει μὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Μικρὸς Ἁγιασμός, κατὰ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, τελεῖται συνήθως στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς κάθε Πρωτομηνιά. Ἐπίσης τελεῖται καὶ στὰ σπίτια τῶν πιστῶν. Δὲν ὑπάρχει κανένας ἀπολύτως κανόνας γιὰ τὴν συχνότητα τῆς τελέσεώς του. Μπορεῖ ὅμως ὁ κάθε πιστὸς νὰ ἁγιάζει τὸ σπίτι του προσκαλώντας στὸ σπίτι του τὸν ἱερέα καὶ νὰ τελεῖ τὸν Μικρὸ Ἁγιασμὸ ὅποτε ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ κάποιος λόγος. 
Γιὰ τὴν τέλεση τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ ἀπαιτοῦνται ἐκ μέρους τῶν πιστῶν τὰ κάτωθι: Πρῶτα προετοιμάζεται ὁ χῶρος ὅπου θὰ τελεσθεῖ ὁ Μικρὸς Ἁγιασμός. Συνηθίζεται νὰ εἶναι ὁ καλύτερος χῶρος τοῦ σπιτιοῦ μας (π.χ. τὸ σαλόνι) ἤ ἐὰν ὑπάρχει κάποιο εἰκονοστάσιο στὸ σπίτι νὰ τελεῖται σ’ ἐκεῖνον τὸν χῶρο, ποὺ εἶναι ὁ τόπος προσευχῆς τῆς κατ’ οἶκον Ἐκκλησίας. Τοποθετεῖται στὸν χῶρο ποὺ ἐπιλέξαμε ἕνα ψηλὸ τραπέζι στὸ ὕψος τῆς τραπεζαρίας που τρῶμε. Πάνω στὸ τραπέζι ἁπλώνεται ἕνα καθαρὸ (κατὰ προτίμηση) λευκὸ τραπεζομάνδηλο κι ἔπειτα τοποθετοῦνται:   
α) ἕνα μπόλ ἤ λεκάνη μὲ καθαρὸ νερό,
 β) ἕνα ματσάκι βασιλικό (κατὰ προτίμηση) ἤ μιὰ ὁποιαδήποτε πρασινάδα,
γ) μία εἰκόνα (κατὰ προτίμηση) τοῦ Χριστοῦ ἤ τῆς Παναγίας μὲ τὸ Χριστό, καὶ φυσικὰ καὶ ἄλλες ὑπάρχουσες εἰκόνες ἁγίων τοῦ σπιτιοῦ,
δ) τὸ λιβανιστήρι (θυμιατό ἤ κατζίον) μὲ καρβουνάκι καὶ θυμίαμα (τὸ καρβουνάκι καλὸν θὰ εἶναι νὰ ἀνάπτεται ἐκτὸς οἰκίας διότι προκαλεῖ πολλὲς φορὲς ἐκρήξεις καὶ ζημιές. Στὰ σπίτια εἴθισται νὰ χρησιμοποιεῖται καρβουνόσκονη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἰδιότητα ὅταν ἀνάπτεται νὰ εἶναι βραδυφλεγὴς καὶ νὰ μὴν προκαλεῖ νέφος ἀποπνικτικῶν ἀερίων. Ἐπίσης ποτὲ δὲν τοποθετοῦμε πάνω στὸ ἀναμμένο καρβουνάκι πολλὰ σπυριὰ θυμιάματος, παρὰ μόνον ἕνα, δύο ἤ τρία κι ἐφόσον φυσικὰ τὸ καρβουνάκι ἔχει ἀποκτήσει λευκὸ χρῶμα, δηλ. τὴν γκρίζα στάκτη)
ε) τὸ κανδηλάκι (ἐνν. ἕνα κατάλληλο ποτηράκι μὲ ἔλαιο καθαρὸ καὶ κανδηλήθρα ἀναμμένη (ποτέ στὸ κανδηλάκι μας δὲν καῖμε διάφορα αἰθέρια ἔλαια ἤ διάφορα ἔλαια ἄλλων καρπῶν, παρὰ μόνον λάδι ἐλιᾶς. Ἐπίσης ὴ ἀφὴ τῆς κανδήλας θὰ πρέπει νὰ εἶναι χαμηλόφωτη καὶ ὄχι νὰ κάνουμε μεγάλο φυτίλι γιὰ νὰ φωτίζεται ὅλο τὸ σπίτι ὅπως συνηθίζουν πολλοὶ πιστοί. Ἡ ἀφὴ τῆς κανδήλας εἶναι σύμβολο. Συμβολίζει τὴν παντοτινὴ ἄσβεστη πίστη τῶν ἀνθρώπων),
στ) δύο κεράκια σὲ κηροπήγια,  
ζ) λευκὴ μικρὴ πετσέτα, καὶ
η) τὰ ὀνόματα ὑπὲρ ὑγείας (ποτὲ δὲν γράφουμε στὸν Μικρὸ Ἁγιασμὸ ὀνόματα ὑπὲρ ἀναπαύσεως κεκοιμημένων καὶ φυσικὰ ποτὲ δὲν γράφουμε λίστες ὁλόκληρες ὀνομάτων. Καλὸν θὰ εἶναι νὰ γράφονται τὰ ὀνόματα μόνον τῆς οἰκογενείας γιὰ τὴν ὁποία τελεῖται ὁ Μικρὸς Ἁγιασμός).
Ὁ Ἁγιασμὸς πίνεται ἀπ’ εὐθείας χωρὶς νηστεία. Ὑπάρχει μιὰ εὐλαβικὴ συνήθεια καθημερινὰ κατὰ τὰ πρωϊνὰ πρὸ τῆς βρώσεως ὁποιαδήσποτε τροφῆς ἤ ποτοῦ νὰ πίνεται ὁ Ἁγιασμὸς μετὰ τὴν βρώση τοῦ ἀντιδώρου. Ὁ Ἁγιασμὸς ἐπίσης φυλάσσεται στὸ εἰκονοστάσι τοῦ σπιτιοῦ μας. Ἐπίσης ποτὲ δὲν χαλάει ὁ Ἁγιασμός. Αὐτὸ τὸ γράφουμε γιατὶ πολλοὶ μπορεῖ νὰ νομίζουν ὅτι ἐὰν περάσουν δέκα ἤ καὶ παραπάνω χρόνια ὁ Ἁγιασμὸς χαλάει καὶ πρέπει νὰ τὸν πετάξουν. Ὁ Ἁγιασμὸς εἶναι ἕνα διαρκὲς θαῦμα στὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ μυστικὸ γιὰ τὸ Ἁγιασμὸ εἶναι ὅτι ὁ Ἁγιασμὸς ποτὲ δὲν χαλάει, μόνον τότε, ὅταν τελεῖται ἀπὸ κανονικὸ Ὀρθόδοξο κληρικό, δηλ. ἀπὸ ἱερέα ποὺ ἔχει κανονικὴ ἱερωσύνη. Ἀκόμη πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνουμε «ἁγιάσματα» ἀπὸ κανέναν ὅταν δὲν γνωρίζουμε τὴν ποιότητα τῆς πίστεως ἐκείνου ποὺ μᾶς τὰ προσφέρει. Τὸ κύτταρο τῆς μυστηριακῆς καὶ ἁγιαστικῆς ζωῆς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι μόνον ἡ ἐνορία τους καὶ τὰ ἱερὰ σεβάσματά μας, δηλ. τὰ μοναστήρια καὶ τὰ Ἁγιάσματα. Εἶναι οἱ τόποι ποὺ πρέπει νὰ ἐμπιστευόμαστε ὅλοι μας ἀνεπιφύλακτα.
Ὁ ἱερέας ποὺ προσέρχεται στὴν οἰκία ἐνορίτη του νὰ τελέσει τὸν Μικρὸ Ἁγιασμὸ ἀπαραιτήτως θὰ πρέπει νὰ φέρει:
α) τὸ ἱερὸν ἐπιτραχήλιον ποὺ εἶναι τὸ ἰδιαίτερο ἐκείνο πολύχρωμο ὕφασμα ποὺ τὸ φορὰ ὁ ἱερέας ἐπὶ τοῦ τραχήλου του, δηλ. τοῦ λαιμοῦ του, ἐφόσον πρῶτα τὸ σταυρώσει διὰ τῆς δεξιᾶς του χείρας καὶ πεῖ κάποια συγκεκριμένη εὐχή,
β) ὁ Τίμιος Σταυρός, τὸ σύμβολο τῆς πίστεώς μας (συνήθως ὁ Σταυρὸς αὐτὸς λέγεται ἐπιτραπέζιος διότι ἔχει βάση καὶ στέκεται ὄρθιος),
γ) τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον (ὑπάρχει σὲ μικρὸ σχῆμα εἴτε ἀσημόδετο εἴτε δερματόδετο), και
δ) τὸ «Εὐχολόγιον» ποὺ εἶναι λειτουργικὸ ἱερατικὸ βιβλίο ποὺ περιέχει ὅλες τὶς ἁγιαστικές, μυστηριακὲς καὶ περιστατικές, ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ ἱερέας μετὰ πάσης εὐλαβείας τελεῖ τὴν ἱερὰ ἀκολουθία ἔχοντας πρῶτα μελετήσει πολὺ καλὰ τὰ ἱερὰ κείμενα. Τὸ θυμίαμα προσφέρεται κατὰ τὴν ἐμμελὴ ἀνάγνωση τοῦ Ἀποστόλου. Πάντοτε τὸ θυμίαμα εὐλογεῖται ὑπὸ τοῦ ἱερέως καὶ σταυρώνεται. Πρῶτα θυμιάζεται τὸ εἰκόνισμα ἤ οἱ ἱερὲς εἰκόνες γενικά κι ἔπειτα ὅλος ὁ κόσμος τῆς οἰκίας. Κατὰ τὸ τέλος ξαναθυμιάζεται τὸ εἰκόνισμα.
Στὴν ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ τῶν ἐκδόσεων τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας δὲν ὑπάρχει ἡ καθαγιαστικὴ εὐχή: «Κύριε ὁ τὸ πικρὸν ὕδωρ…» τὴν ὁποία ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ἐκφωνοῦμε κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ.
Κατὰ τὴν ψαλμωδία τοῦ «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου…» ὁ ἱερέας λαμβάνει τὸν Τίμιον Σταυρὸν στὰ χέρια του καὶ τὸν βάζει ἐντὸς τοῦ νεροῦ-ἁγιασμοῦ στὴν ὄρθια στάση του (γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καλὸν θὰ εἶναι ὁ ἐπιτραπέζιος Σταυρὸς νὰ εἶναι σπαστός, δηλ. νὰ μπορεῖ νὰ βγαίνει τὸ ἐπάνω μέρος ἀπὸ τὴν βάση) καὶ δημιουργεῖ διὰ τῶν χειρῶν του σημεῖα τοῦ σταυροῦ ἐντὸς τοῦ νεροῦ. Τὸ τροπάριον «Σῶσον Κύριε, τὸν λαόν σου» ἀφοῦ ψαλεῖ τρεῖς φορές, κατὰ τὸ τέλος τῆς τρίτης ψαλμωδίας του ὁ ἱερέας βγάζει τὸν Σταυρὸ ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸ καὶ ραντίζει τὰ εἰκονίσματα καὶ τὸν λαό. Στὸ τέλος ἤ στὴν ἀρχὴ ἁγιάζεται καὶ ὁ ἴδιος. Ὁ ἱερεὺς ἐνῶ ραντίζει, ψάλλει τὸ τροπάριον «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου» κι ἄν ὁ κόσμος εἶναι πολὺς ψάλλει καὶ ἕτερα τροπάρια ὅπως τό: «Τῶν σῶν δωρεῶν, ἀξίους ἡμᾶς ποίησον…» ἤ «Πηγὴν ἰαμάτων ἔχοντες…».
Στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας ὁ ἱερέας δίδει συμβουλὲς στοὺς τελέσαντας πιστοὺς γιὰ τὴν φύλαξη τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ φυσικὰ δὲν παραλείπει νὰ τοὺς ὁμιλήσει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὴ χρησιμότητα τῶν Ἁγίων Μυστηρίων καὶ τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν ἤ ἀκόμη δεχόμενος τὸ κέρασμά τους καὶ κατὰ τὴν διάρκεια αὐτοῦ νὰ γνωρισθεῖ μαζί τους καὶ ν’ ἀναπτύξει κάποιο πνευματικὸ θέμα.
Ἐὰν κατὰ τὸν Μικρὸ Ἁγιασμὸ παρίσταται καὶ διάκονος φέρει μόνον τὸ ὁράριόν του. Ἐὰν ὑφίστανται ψάλτες τότε ἐκείνοι ἀπαντοῦν στὰ ψαλτικὰ μέρη, ἐὰν ὅμως ὄχι τότε ὁ διάκονος, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ ψάλλει καὶ τὸν Ἀπόστολο. Ἐὰν ἀπουσιάζουν ἅπαντες τότε ἐξυπακούεται ὅλα θὰ τὰ ψάλλει ὁ ἱερέας.
Ἀκόμη νὰ σημειώσουμε ὅτι τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ εἶναι ἀποτυπωμένες στὸ «Εὐχολόγιον» τὶς διαβάζει μόνον ὁ ἱερέας καὶ ποτὲ λαϊκός. Ὁ ἱερέας ἔχει τὴν εἰδικὴ ἱερωσύνη, δηλ. ἔχει λάβει μὲ εἰδικὴ μυστηριακὴ ἀκολουθία τὴν ἱερωσύνη του στὸν ὀρθόδοξο ναὸ ἐν ὥρᾳ Θείας Λειτουργίας καὶ μπορεῖ ἀκωλύτως νὰ τελεῖ ὅλα τὰ μυστήρια καὶ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας καὶ φυσικὰ νὰ διαβάζει τὶς εὐχὲς στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ λαϊκὸς ποὺ ἔχει τὴν γενικὴ ἱερωσύνη, ὄχι τὴν εἰδική, μόνον μετέχει ἁγιαζόμενος ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ ποτὲ δὲν ἁγιάζει τοὺς ἄλλους (ὑπάρχουν περιπτώσεις πλάνης ὅταν κάποιοι ἄνθρωποι ἀντικαθιστοῦν τοὺς ἱερεῖς καὶ πλανοῦν πολλοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ νὰ τοὺς σταυρώνουν καὶ νὰ τοὺς συμβουλεύουν, πράξεις ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν μόνον οἱ ἔχοντες τὴν εἰδικὴν ἱερωσύνην).
Ἀκολούθως ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικὰ μερικὲς περιπτώσεις ποὺ τελεῖται ὁ Μικρὸς Ἁγιασμός.
Α) Σὲ ἀγορὰ καινούργιας οἰκίας ἤ σὲ διαμέρισμα ἤ σὲ κατάστημα-μαγαζὶ ποὺ ἐνοικιάζουμε καὶ κατοικοῦμε γιὰ πρώτη φορά.
Β) Σὲ ἀγορὰ νέων ὀχημάτων, αὐτοκινήτων, μοτοποδηλάτων, μηχανῶν, ἀεροπλάνων, τρένων, καὶ γενικὰ μέσων μαζικῆς μεταφορᾶς.
Γ) Σὲ ἀγρούς, δηλ. χωράφια καὶ κτήματα καλλιεργήσιμα ἤ μή (ἀμπελῶνες, ἐλαιῶνες κτλ.).Δ) Σὲ ζῶα κατοικίδια καὶ σὲ μονάδες ζωοτροφίας (ἀγελάδες, κατσίκες, ἀρνιά, κτλ.).
Γιὰ ὅλες τὶς ἀνωτέρω περιπτώσεις καὶ γιὰ ἄλλες ποὺ δὲν προαναφέραμε ὑπάρχουν εἰδικὲς εὐχὲς στὸ «Εὐχολόγιο» τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ τελοῦνται συναπτὰ μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ.
Ἐκτὸς τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ ὑπάρχει καὶ ὁ Μεγάλος Ἁγιασμὸς ποὺ τελεῖται κατὰ τὴν παραμονὴ καὶ ἀνήμερα τῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, στὶς 5 καὶ 6 Ἰανουαρίου. Διαφορὰ μεταξὺ Μεγάλου καὶ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ ὡς πρὸς τὴν μυστηριακὴ οὐσία τῶν δύο ἱερῶν ἀκολουθιῶν δὲν ὑφίσταται. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ μὲν Μικρὸς Ἁγιασμὸς τελεῖται καθ’ ἑκάστην, ἐνῶ ὁ Μεγάλος Ἁγιασμὸς τελεῖται μόνον κατὰ τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων

Μέγας Αγιασμός


΄Εχουμε λοιπόν, αδελφοί μου, το Μικρό Αγιασμό, ο όποιος γίνεται πάντοτε. Έχουμε και το Μεγάλο αγιασμό ο οποίος τελείται δυο φορές το χρόνο

 Μεγάλος Αγιασμός

Έχουμε αδελφοί μου, το Μικρό Αγιασμό, ο όποιος γίνεται πάντοτε.
Έχουμε και το Μεγάλο αγιασμό ο οποίος τελείται δυο φορές το χρόνο, την παραμονή και την κυριώνυμη ημέρα της εορτής των Θεοφανείων. Ο αγιασμός αυτός, αυτή η ακολουθία της τελέσεως του αγιασμού πού γίνεται τη μέρα των Θεοφανείων, ξεκίνησε από το βάπτισμα.
Πριν καθιερωθεί ο νηπιοβαπτισμός, σε όποιον ήθελε να γίνει χριστιανός, γινόταν κατήχηση. Όσοι λοιπόν είχαν κατηχηθεί και ήταν έτοιμοι να βαπτισθούν, βαπτίζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων, γι' αυτό ψάλλουμε τα Χριστούγεννα «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε».
Επίσης βαπτίζονταν την παραμονή των Θεοφανείων, την παραμονή του Πάσχα και την Πεντηκοστή.
Σ' αυτές τις τέσσερες γιορτές ψάλλουμε αντί του «Άγιος ο Θεός» το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», ακριβώς διότι τότε κυρίως βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι και μάλιστα ομαδικά.
Τα Θεοφάνεια, επειδή ήταν και η εορτή της Βαπτίσεως του Χριστού, η Εκκλησία έδινε ιδιαίτερη σημασία στην όλη τελετή της βαπτίσεως των κατηχουμένων. Έτσι την ημέρα των Θεοφανείων, μάλλον την παραμονή το βράδυ προς την ημέρα της εορτής, γινόταν αγρυπνία, παννυχίδα, και βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι περίπου τα μεσάνυκτα.
Σιγά, σιγά, ακριβώς και για να τιμήσουν περισσότερο την εορτή της Βαπτίσεως του Χριστού, πριν μπουν μέσα στο βαπτιστήριο οι μέλλοντες να βαπτισθούν -δεν είχαν τότε κολυμβήθρες, αλλά μεγάλα βαπτιστήρια, καθώς προηγουμένως αγίαζαν το νερό οι ιερείς και το νερό αυτό ήταν αγιασμός, το βρήκαν καλό να παίρνουν από το νερό αυτό το αγιασμένο. Και αν θα προσέξετε, μία ευχή πού λέγεται στο Βάπτισμα είναι μια από τις κύριες ευχές που λέγονται στο Μεγάλο Αγιασμό. Έπαιρναν λοιπόν οι χριστιανοί από το αγιασμένο αυτό νερό, για να χρισθούν μ' αυτό, να πιούν και να το πάρουν μαζί τους να ραντίσουν τα σπίτια, τα χωράφια, τους κήπους, να ραντίσουν τα πάντα, και μετά έμπαιναν οι κατηχούμενοι μέσα και βαπτίζονταν.
Όταν αργότερα καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός, δεν γίνονταν πλέον ομαδικές βαπτίσεις στις εορτές πού αναφέραμε. Η Εκκλησία όμως θεώρησε καλό ειδικά τα Θεοφάνεια, να παραμείνει ο αγιασμός των υδάτων. Έτσι λοιπόν έγινε ξεχωριστή τελετή αγιασμού των υδάτων, για να γίνεται ο αγιασμός την ήμερα αυτή των Θεοφανείων. Έκτοτε η Εκκλησία τελεί τον Μέγα Αγιασμό αυτή την ημέρα σ' όλους τους ναούς.  
         Ο Αγιασμός της παραμονής
                                και της εορτής των Θεοφανείων
Καθώς περνούσαν όμως τα χρόνια και δημιουργούνταν ανάγκες διάφορες, φάνηκε ότι δεν εξυπηρετούνταν όλοι οι χριστιανοί, αν γίνεται ο Μέγας Αγιασμός μόνο την ημέρα των Θεοφανείων. Έτσι καθιερώθηκε ο Μέγας Αγιασμός να τελείται και την παραμονή. Και γιατί δεν εξυπηρετούνταν όλοι; Γιατί κατά κανόνα ο Μέγας Αγιασμός τα Θεοφάνεια γινόταν τα μεσάνυκτα, με αγρυπνία, όπως και οι ομαδικές βαπτίσεις, παλαιότερα. Για πολλούς και διαφόρους λόγους λοιπόν δεν μπορούσαν όλοι οι χριστιανοί να πάνε στους ναούς εκείνη την ώρα. Έτσι το απόγευμα της παραμονής γινόταν ο εσπερινός της εορτής με τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και εν συνεχεία ο Μέγας Αγιασμός. Όμως σιγά, σιγά, ό,τι γινόταν το απόγευμα, μετατέθηκε το πρωί της παραμονής. Και έτσι την παραμονή των Θεοφανείων γίνεται ο όρθρος, οι Μεγάλες Ώρες, ο εσπερινός της εορτής, η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και αμέσως μετά ο Μέγας Αγιασμός.
Απ' αυτό καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο Μέγας Αγιασμός που τελείται την παραμονή είναι ο ίδιος ακριβώς μ' αυτόν πού τελείται ανήμερα. Η όλη ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού όπως γίνεται την ήμερα των Θεοφανείων, έτσι ακριβώς γίνεται και την παραμονή. Επομένως, τα ερωτήματα ποιος πίνεται και ποιος δεν πίνεται, με ποιόν ραντίζουν και με ποιόν όχι, δεν στέκονται. Είναι ο ίδιος αγιασμός και την παραμονή και την ημέρα των Θεοφανείων, και επομένως και με τον έναν αγιασμό και με τον άλλο ραντίζουμε και πίνουμε.
                              
Μπορούν οι χριστιανοί να κρατούν
                                  Μέγα Αγιασμό στο σπίτι τους;
Όπως βλέπουμε, αφού κάνει ο ιερέας τον αγιασμό, ραντίζει τον ναό και επομένως πέφτει και κάτω. Όχι μόνο πέφτει κάτω μέσα στο ναό εκείνη την ώρα μα και θα τον πατήσουμε και στα σπίτια και στα χωράφια και παντού, θα πέσει, και βέβαια θα αγιάσει τα πάντα. Βέβαια άλλο είναι που, όταν τελειώσει ο Μέγας Αγιασμός, και κάθε Αγιασμός, που ορμάμε σαν τις ορδές των βαρβάρων, για να πάρουμε αγιασμό και δεν προσέχουμε και τον χύνουμε κάτω. Αυτό είναι ανευλάβεια, είναι ασέβεια. Όχι όμως μην τυχόν και πέσει καμιά σταγόνα κάτω, αφού είναι για να ραντιστούν τα πάντα και να αγιασθούν τα πάντα.
Επίσης καταρχήν και κανονικά μπορούν οι χριστιανοί να κρατούν Μέγα Αγιασμό στο σπίτι. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι όλες τις ημέρες που είναι τα μεθεόρτια -διότι ή εορτή των Θεοφανείων εορτάζεται, όπως και άλλες μεγάλες γιορτές, οκτώ ήμερες- θα μπορούσαν και να πίνουν και να ραντίζουν. Όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Γιατί είναι ενδεχόμενο εκεί πού θα τον βάλουμε κατά λάθος, κάτι να γίνει και να πεταχτεί ο αγιασμός στα σκουπίδια ή κάποιος να τον ρίξει στον νιπτήρα. Συνέβησαν πολλά τέτοια. Καλό είναι λοιπόν να είμαστε σίγουροι ότι φυλάσσουμε με ευλάβεια και προσοχή τον Μ. Αγιασμό στο σπίτι μας, αλλιώς να μην τον κρατά κανείς. Και όταν κάποιος χρειάζεται, όταν είναι ανάγκη, θα πάει στην εκκλησία. Όλες οι εκκλησίες έχουν Μεγάλο Αγιασμό και δίνουν.
                            
Νηστεία - Μέγας Αγιασμός
Όπως ξέρετε, την παραμονή των Θεοφανείων γίνεται αυστηρά νηστεία, ούτε λάδι καταλύεται. Έκτος εάν η παραμονή πέσει Σάββατο ή Κυριακή, επειδή το Σάββατο και την Κυριακή δεν γίνεται ποτέ νηστεία από λάδι· έστω κι αν πρόκειται να κοινωνήσουμε.  
Έκτος από το Μέγα Σάββατο που δεν καταλύεται λάδι, όλα τα άλλα Σάββατα τρώγεται λάδι. Οι χριστιανοί όλοι λίγο-πολύ έχουν συνδέσει τη νηστεία της παραμονής των Θεοφανείων με τον Μέγα Αγιασμό. Νομίζουν ότι νηστεύουμε, για να πάρουμε τον Μέγα Αγιασμό.
Όμως δεν είναι αυτό. Δεν νηστεύουμε, για να πάρουμε το Μεγάλο Αγιασμό. Η νηστεία δεν είναι για τον Αγιασμό.
Η νηστεία είναι για τη Δεσποτική γιορτή των Θεοφανείων, όπως ακριβώς και την παραμονή των Χριστουγέννων έχουμε επίσης αυστηρά νηστεία. Μην κοιτάτε τώρα έτσι πού τα πήραμε εμείς τα πράγματα και τα πήραμε μέσα στα πόδια μας όλα. Θα λέγαμε, την τελευταία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα ή τουλάχιστον την παραμονή των Χριστουγέννων πρέπει και πιο χλιαροί χριστιανοί να κάνουν αυστηρά νηστεία για τη γιορτή. Δεν νοείται να ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε μία μεγάλη γιορτή, Δεσποτική γιορτή, χωρίς λίγο να το καταλάβουμε και από πλευράς νηστείας. Νηστεύουμε λοιπόν την παραμονή των Θεοφανείων για τη γιορτή τη Δεσποτική, τη μεγάλη γιορτή αυτή των Θεοφανείων.  
Επίσης πρώτα πίνουμε τον Μέγα Αγιασμό κι ύστερα τρώμε το αντίδωρο.
 ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ   4  ΙΑΝ 2012
http://www.zoiforos.gr/

Τα ΄Αγια Θεοφάνεια


Γιατί γιορτάζουμε τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου;

  Δημήτριος Μόσχος, Λέκτορας Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας 

Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών


«Στις 6 Ιανουαρίου κλείνει ένα πλουσιότατο σε λατρευτικά δρώμενα, παραδοσιακά έθιμα και μακραίωνες συνήθειες Δωδεκαήμερο, που συνδέεται με κεντρικά στοιχεία του χριστιανικού Ευαγγελίου: την κατά σάρκα γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού, που είναι βασικοί σταθμοί της Ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο. Παράλληλα, την 1η του έτους εορτάζεται και η μνήμη του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κάνουν το διάστημα αυτό έναν πόλο εορταστικό και λατρευτικό στην καρδιά του χειμώνα, που συμπληρώνεται από τον αντίστοιχο εαρινό, δηλαδή εκείνον των πασχαλίων εορτών. Πώς προέκυψε όμως ιστορικά το εορταστικό αυτό σύμπλεγμα;
1. Η αρχή των Θεοφανίων
Για τις εορτές και τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών οι πηγές μας είναι βέβαια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κατόπιν οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, που υπήρξαν μαθητές και “ακουσταί” των Αποστόλων, όπως ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο Κλήμης Ρώμης και άλλοι, και κατόπιν άλλοι χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, καθώς και κείμενα κανόνων, προτροπών και διδαχών που γράφτηκαν τότε.
Σ’ αυτά ξεχωρίζουμε το Πάσχα και την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, τις καθημερινές προσευχές και το βάπτισμα των νέων Χριστιανών, που γινόταν ομαδικά το Μέγα Σάββατο το βράδυ. Για την περίοδο αυτή, του χειμώνα, η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα (δηλαδή 150-210), που μας πληροφορεί ότι οι οπαδοί του Βασιλείδη (που ήταν της αίρεσης των Γνωστικών) γιόρταζαν την ημέρα “του βαπτίσματος του Κυρίου” με αγρυπνίες και αναγνώσματα, χωρίς όμως να συμφωνούν όλοι για την ημερομηνία – άλλοι την τοποθετούσαν στις 6 κι άλλοι στις 10 Ιανουαρίου.
΄Οπως συμπεραίνουν νεώτεροι ειδικοί, από το διάστημα αυτό, ξεκινώντας ίσως από την Αλεξάνδρεια, μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα σ’ όλη την Ανατολή, την 6η Ιανουαρίου εορταζόταν μια τριπλή εορτή: η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων και η βάπτισή Του. Η λέξη “Επιφάνεια” καλύπτει και τις τρεις εορτές, είναι η φανέρωση του Θεού ως βρέφους στους ανθρώπους γενικά και στους Μάγους ειδικά, η φανέρωση της Θεότητας στον Ιορδάνη με τη συμμαρτυρία του Πατρός και του Πνεύματος. Γιατί όμως στις 6 Ιανουαρίου;
Η προέλευση, πιθανότατα, είναι εξωβιβλική: είναι γνωστό, ότι αιγύπτιοι λάτρεις ενός μυστηριακού θρησκεύματος εόρταζαν την εμφάνιση του Χρόνου ή Κρόνου μέσα από τα νερά του Νείλου στις 6 Ιανουαρίου. Αυτή ήταν μια από τις πολλές ειδωλολατρικές “Επιφάνειες”. Είναι φανερό ότι οι Χριστιανοί ξεκίνησαν στην Αίγυπτο να δίνουν τη δική τους απάντηση για το ποια είναι η πραγματική “Επιφάνεια” του Θεού μέσα από τα νερά: αυτή του βαπτιζομένου Ιησού. Με το παράδειγμά Του και την εντολή Του αργότερα για βάπτιση των πιστευόντων όχι μόνο πλέον “εν ύδατι” (όπως στην θρησκευτική πρακτική πολλών ανατολικομεσογειακών θρησκειών, όπου το λιγοστό νερό θεωρείται πάντα θεόσταλτο καθαρτήριο), αλλά και “εν Πνεύματι”, ο Χριστός αναδείκνυε τη μοναδική ιστορική “Επιφάνεια” του Θεού σε μια ιστορία ευθύγραμμη, που δεν επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, η “Επιφάνεια” των νερών ή του θεού-Ηλίου (solis invicti) στη Δύση, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν η αποθέωση της κυκλικής φυσικής ροής του κόσμου.
2. Η ανάδειξη της ημέρας των Χριστουγέννων
Το βέβαιο είναι ότι μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα τα Θεοφάνια ή “Φώτα” ή Επιφάνεια εμπεριείχαν και την εορτή των Χριστουγέννων, ένας συνδυασμός που απαντά ακόμη και σήμερα στο εορτολόγιο της Αρμενικής Εκκλησίας. Την εποχή του Μ. Βασιλείου (+ 379) και του Γρηγορίου του Θεολόγου μαρτυρούνται στη Μικρά Ασία οι πρώτες περιπτώσεις χωρισμού των δύο εορτών, όπου τα Χριστούγεννα άρχισαν να εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου από επίδραση της Εκκλησίας της Ρώμης.
Στη Ρώμη είχε αρχίσει από τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα (περί το 330-340) ο εορτασμός των Χριστουγέννων ως απάντηση στα ειδωλολατρικά Βρουμάλια ή Σατουρνάλια, που ήταν η λατρεία του αναγεννώμενου Ηλίου, όταν (περισσότερο εμφανώς στα βορειότερα κλίματα) άρχιζε να ξαναμεγαλώνει η μέρα, μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι Χριστιανοί στη λατρεία του «ξαναγεννημένου Ήλιου» του φυσικού κύκλου, απαντούσαν με τη γέννηση του «νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης». Περί το 375 άρχισαν να εορτάζονται τα Χριστούγεννα και στη Συρία και το 386 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, εξέφρασε στο Λόγο του “Εις την γενέθλιον ημέρα του Σωτήρος” τη χαρά του, που επιτέλους η 25η Δεκεμβρίου μπήκε επίσημα στο εορτολόγιο της πόλης. Μέχρι το 432 η εορτή είχε φθάσει και στην Αλεξάνδρεια.
Ενώ στη Δύση τα Επιφάνεια συνδέονται μέχρι σήμερα, κυρίως, με την προσκύνηση των Μάγων, στην Ανατολή εξακολούθησαν να εορτάζονται με μεγάλη λαμπρότητα: στα Ιεροσόλυμα την εποχή εκείνη, μας πληροφορεί το Οδοιπορικό της Αιθερίας (ταξιδιωτικός οδηγός μιας ευσεβούς Μαυριτανής κυρίας στα τέλη του 4ου αιώνα) ότι επί μία εβδομάδα μετά τις 6 Ιανουαρίου τελούνταν μία Λειτουργία κάθε μέρα σε συγκεκριμένους μεγάλους ναούς της πόλης από τον επίσκοπο ή μοναχούς.
Οι γνωστές σε όλους μας ευχές του Μεγάλου Αγιασμού έχουν σαφώς εξορκιστικό χαρακτήρα και καταδεικνύουν το θρίαμβο της νίκης του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού (άρα, τελικά, του ανθρώπου, που ενώνεται με το Θεό) πάνω στον “γκρίζο” κόσμο πνευμάτων, κακοποιών στοιχείων, αοράτων “αρνητικών” δυνάμεων (όπως λέμε σήμερα) κλπ. Πολύ σωστά έχει, λοιπόν, συνδεθεί στη λαϊκή αντίληψη η έξωση των καλικαντζάρων ή “παγανών” με τον αγιασμό των υδάτων. Βαθμιαία, το διάστημα των 40 ημερών πριν τα Χριστούγεννα και των 40 ημερών μετά, μέχρι την Υπαπαντή, έγινε μια λαμπρή εορταστική αλυσίδα, που στις μέρες μας έχει, δυστυχώς, εκφυλιστεί σε άλλοθι καταναλωτισμού».
ΠΗΓΗ:http://trelogiannis.blogspot.gr/

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Η ιδιότητα του Εφημερίου


652. Η νομική φύση της ιδιότητας του Εφημερίου.

Το ΚΕΠ εφημερίων δημοσιεύει σήμερα κατόπιν σχετικής ευλογίας του συγγραφέα π. Βασιλείου Τρομπούκη (Διδάκτωρ Νομικής) μελέτη σχετικά με την νομική φύση της ιδιότητας των Εφημερίων. 
Η παρούσα δημοσιεύεται  με την ελπίδα να περιοριστούν  οι εσφαλμένες εντυπώσεις  που υπάρχουν κυρίως σε θέματα δημοσιουπαλληλικά και μισθολογικά των εφημερίων.
***
 Εφημέριοι καλούνται οι κληρικοί που φέρουν τον βαθμό του Πρεσβυτέρου και αναλαμβάνουν ιερατικά καθήκοντα σε ενοριακό Ναό, καταλαμβάνοντας κενή οργανική εφημεριακή θέση.  Διακρίνονται σε τακτικούς και προσωρινούς ή έκτακτους.  Σε αυτές τις δύο βασικές κατηγορίες Εφημερίων γίνεται αναφορά στη συνέχεια, διότι μόνο αυτές άπτονται συστηματικώς του αντικειμένου της παρούσης.  Σε ενοριακούς Ναούς ενδέχεται να υπηρετούν και Διάκονοι για τους οποίους γίνεται ιδιαίτερος λόγος σε επόμενη παράγραφο.
Τα θέματα που αφορούν στα τυπικά προσόντα, τον διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των Εφημερίων, ρυθμίζουν τόσο το άρθρο 32 Κ.Χ., όσο και οι βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 37 § 2 και 38 § 2 Κ.Χ. εκδιδόμενες κανονιστικές αποφάσεις της Δ.Ι.Σ., που εγκρίνονται από την Ι.Σ.Ι.  Οι προβλεπόμενες αυτές κανονιστικές αποφάσεις δεν έχουν εκδοθεί ακόμη και μεταβατικώς ισχύουν, βάσει του άρθρου 67 Κ.Χ., οι διατάξεις του Κ. 2/1969[1].
Καμία αμφιβολία δεν αφήνει πλέον η θεωρία ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση των Εφημερίων, οι οποίοι δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις των άρθρων 103 και 104 Σ., που αφορούν στους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά ούτε και στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα[2]Οι Εφημέριοι, αν και μισθοδοτούνται από το Δημόσιο, δεν αποκτούν τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, αλλά ούτε και την ιδιότητα υπαλλήλου Ν.Δ.Δ., παρά το ότι η Εκκλησία και τα νομικά της πρόσωπα είναι δημοσίου δικαίου[3].  Ευστόχως έχει παρατηρηθεί ότι «οι κληρικοί ου λειτουργούσι τη Πολιτεία αλλά τη Εκκλησία και εκ ταύτης έχουσι πάσαν αυτών την εξουσίαν»[4]·  προέχουν δηλαδή τα θρησκευτικά καθήκοντα των Εφημερίων.  Εξάλλου, η όλη αποστολή της Εκκλησίας, «η απόλυτη υποταγή των οργάνων της τόσο στη δική της διοικητική κορυφή όσο και στο θρησκευτικό δόγμα, αποτελούν δεδομένα ασυμβίβαστα με τον θεσμικό πυρήνα[5] της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας που θέλει το Δημόσιο Υπάλληλο εκτελεστή της θέλησης του κράτους και υπηρέτη του λαού με πίστη στο Σύνταγμα και στην Πατρίδα»[6].
Συνέπεια της θρησκευτικής φύσεως των καθηκόντων των Εφημερίων αποτελεί ότι το υπηρεσιακό τους καθεστώς δεν διέπεται από τον Κ. 5/1978, ο οποίος εξαιρεί ρητώς από τις ρυθμίσεις του τους κληρικούς (άρθρο 1 § 22, εδ. β’ Κ. 5/1978), αλλά από τις κανονιστικές αποφάσεις της Ι. Συνόδου.  Έτσι, οι Εφημέριοι δεν δεσμεύονται και δεν περιορίζονται από τις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς που ισχύουν για τους υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ.[7].
Στην ίδια θέση κατέληξε και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.  Απόφαση σταθμός η Σ.τ.Ε. 507/1983 (Τμ. Γ’)[8], στην οποία αναφέρεται:  «...τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των εν λόγω Εφημερίων έχουν, κατά το κύριον αυτών περιεχόμενον, θρησκευτικό προεχόντως χαρακτήρα, ούτοι δε είναι πνευματικοί κυρίως και θρησκευτικοί λειτουργοί και δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως διοικητικοί υπάλληλοι επί των οποίων και μόνο έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος»[9]Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στον Κ.Χ. αφιερώνεται ειδικό κεφάλαιο[10] στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους, που διακρίνονται από τους Εφημερίους[11], στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 37 § I K.Χ.
Αναλόγως, η Σ.τ.Ε. 4045/1983 (Τμ. Γ’)[12] έκρινε ότι:  «…εξακολουθούν ούτοι (δηλαδή οι Εφημέριοι) να είναι όχι διοικητικοί υπάλληλοι ή υπάλληλοι νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αλλά προεχόντως θρησκευτικοί λειτουργοί και όταν εισέτι αναλαμβάνουν διοικητικά καθήκοντα διά του διορισμού των ως προέδρων των οικείων εκκλησιαστικών συμβουλίων», «...αφού οι Εφημέριοι είναι κυρίως θρησκευτικοί και πνευματικοί λειτουργοί και όχι συνήθεις διοικητικοί υπάλληλοι, οι διατάξεις περί δημοσίων υπαλλήλων δεν μπορούν κατ’ αρχήν να τους καταλάβουν εάν πάντως δεν υπάρχει ρητή και σαφής περί αυτού μνεία στο νόμο»[13].
Και αυτή η μισθοδοσία των κληρικών από το Δημόσιο, δεν τους προσδίδει την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου.  Καταβάλλεται από την Πολιτεία[14] για χάρη της Εκκλησίας, δεν αποτελεί, όμως, αντιπαροχή για την επιτέλεση των ιερατικών τους καθηκόντων, αλλά κάλυψη από την Εκκλησία των βιοτικών τους αναγκών[15].  Παρά ταύτα, το Ελεγκτικό Συνέδριο, τουλάχιστον κατά την εφαρμογή διατάξεων οικονομικού περιεχομένου, δεν εξαιρεί τους Εφημερίους από τον ευρύτερο κύκλο των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.[16].
Άμεση συνέπεια της κατά τα ανωτέρω διακρίσεως του κλήρου από τους υπαλλήλους του ευρύτερου δημοσίου τομέα είναι:  α) η δυνατότητα διορισμού κληρικών και ως εκπαιδευτικών[17], χωρίς να εμπίπτουν στην περί διπλοθεσίας απαγορευτική διάταξη του άρθρου 104 Σ.[18], β) η μη παραγραφή των αποδοχών τους μετά το πέρας διετίας, όπως ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά η υπαγωγή τους στη γενική πενταετή παραγραφή[19], γ) η μη δυνατότητα ασκήσεως υπαλληλικής προσφυγής για την επίλυση υπηρεσιακών τους θεμάτων, αλλά τo δικαίωμα ασκήσεως μόνο αιτήσεως ακυρώσεως σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας[20], δ) η ανάγκη εκδόσεως κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Παιδείας, Οικονομικών και Εσωτερικών για την επέκταση των μισθολογικών διατάξεων των δημοσίων υπαλλήλων και στους Εφημερίους κ.λπ.
Οι Εφημέριοι που έχουν αναλάβει και χρέη Προέδρου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου νοούνται υπάλληλοι μόνο κατά την έννοια του άρθρου 13, περ. α’ Π.Κ.  Κατά συνέπεια, μπορούν να διαπράξουν εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία κατά τα άρθρα 235 επ. Π.Κ.[21].
Μισθολογικώς οι Εφημέριοι διαβαθμίζονταν βάσει των τυπικών τους προσόντων σε τέσσερις μισθολογικές κατηγορίες[22].  Ελάμβαναν αποδοχές ανάλογες με αυτές των δημοσίων υπαλλήλων, έπειτα από την επέκταση επ’ αυτών των διατάξεων του Ν. 3205/2003[23]Και οι Εφημέριοι εντάχθηκαν διά του άρθρου 4 § 1, περ. ζ’ Ν. 4024/2011 στις διατάξεις του νόμου αυτού, που αφορούν στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο.  Ειδικώς σε ό,τι αφορά στο σύστημα βαθμολογικής τους εξελίξεως, υπάρχει δυνατότητα εκδόσεως Προεδρικού Διατάγματος εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου (δηλαδή έως 27/12/2011) που θα διατηρεί σε ισχύ το υπάρχον ειδικό σύστημα βαθμολογικής διαβαθμίσεως των κληρικών· άρθρο 7 § 5 Ν. 4024/2011.  Οι Εφημέριοι που κατέχουν εκ παράλληλου και θέση δημοσίου υπαλλήλου (εκπαιδευτικοί, διοικητικοί υπάλληλοι κ.λπ.) ελάμβαναν από την υπαλληλική τους θέση όλες τις αποδοχές του μισθολογικού τους κλιμακίου της κατηγορίας στην οποία ανήκαν και από την εφημεριακή τους θέση μόνο τον βασικό μισθό του οικείου μισθολογικού κλιμακίου, κατά το άρθρο 11 § 1 Ν. 1810/1988.  Η διάταξη αυτή κρίθηκε ως αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικρατείας[24], διότι διαφοροποιεί μία κατηγορία μισθωτών, τους κληρικούς-υπαλλήλους, από το ανώτατο όριο αποδοχών των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα του άρθρου 4 Ν. 2303/1995[25].  Αν και στον Ν. 4024/2011 δεν υπάρχει καμία αναφορά στην ειδική αυτή κατηγορία Εφημερίων, η Εγκύκλιος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους υπ’ αριθμ. 2/78400/0022/14-11-2011 «Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων του Δευτέρου Κεφαλαίου του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226 Α’)», αναφερόμενη στο άρθρο 4 Ν. 4024/2011 αναφέρει:  «Διευκρινίζεται ότι για τους ιερείς που κατέχουν ταυτόχρονα και δεύτερη θέση στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ και σε Οτα, έχουν εφαρμογή πλέον οι γενικές διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 24 του Ν. 2530/1997 (ΦΕΚ 218 Α’), δηλαδή θα λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης (ως τέτοια λαμβάνεται η πρώτη χρονικά) και το 30% των αποδοχών της δεύτερης θέσης στην οποία απασχολούνται».  Η διάταξη όμως αυτή υπερβαίνει προδήλως τα όρια συνταγματικότητας και θέτει το άρθρο 43 Σ., ως εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ενώ έρχεται να ανακινήσει ένα ζήτημα που κατ’ επανάληψη έχει κριθεί νομολογιακώς.  Κι αν ακόμη μπορούσε να εφαρμοσθεί, σε κάθε περίπτωση, οι ρυθμίσεις της χαρακτηρίζονται από προχειρότητα δημιουργώντας πολύ περισσότερα ζητήματα από αυτά που επιχειρεί να επιλύσει (λ.χ. το ζήτημα της εκ νέου μεταφοράς των συντάξιμων ετών στην πρώτη χρονικά θέση, της τύχης των καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών της δεύτερης θέσεως κ.λπ.).
Οι Εφημέριοι υπάγονταν αυτοδικαίως στο Δημόσιο για κύρια και επικουρική σύνταξη, ασθένεια, και εφάπαξ.  Οι κατέχοντες και υπαλληλική θέση στο Δημόσιο, ασφαλίζονταν υποχρεωτικώς στην υπαλληλική τους θέση για τους ανωτέρω κλάδους και προαιρετικώς για κύρια και επικουρική σύνταξη και εφάπαξ από την εφημεριακή τους θέση[26], χωρίς να διευκρινίζονται τα ισχύοντα υπό το κράτος του Ν. 4024/2011 και της ανωτέρω εγκυκλίου.  Με το άρθρο 3865/2010, όσοι προσλαμβάνονται για πρώτη φορά από 1/1/2011 και εξής, υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως στον κλάδο κύριας ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ενώ εξακολουθούν να υπάγονται στον Οργανισμό Περιθάλψεως Ασφαλισμένων του Δημοσίου για ασθένεια, στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ. για επικουρική σύνταξη και στο Τ.Π.Δ.Υ. για εφάπαξ βοήθημα.  Όσοι Εφημέριοι διορίσθηκαν πριν την 1/1/2011 έχουν τη δυνατότητα, με αίτησή τους που είναι αμετάκλητη, να υπαχθούν και αυτοί στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για κύρια σύνταξη[27].


[i][1]     Πρόκειται για τα άρθρα 33-40 Κ. 2/1969 (που εκδόθηκε βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 24 § 4, 25 § 3, 26 §§ 1-2, 32 § 2 και 51 § Ι Ν.Δ. 126/1969), τα οποία ισχύουν στον βαθμό που εναρμονίζονται με τον Κ.Χ.·  βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 408 και ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Κανονισμοί, σ. 4, υπ. 1.
[2]     N. 3528/2007.
[3]     Για τη νομική προσωπικότητα της Εκκλησίας, βλ. ανωτέρω § 4.
[4]     Βλ. I. ΕΥΤΑΞΙΑΣ, Περί ιερατικής εξουσίας, Αθήναι 1872, σ. 107.
[5]     Βλ. άρθρο 103 § 1 Σ.
[6]     Βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. β’, Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας, Αθήνα - Κομοτηνή2 1993, σ. 425-426.  Πρβλ. Ν. Ι. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου τ. ΙΙΙ,2 1875, σ. 296 υπ. γ’ και σ. 350 επ., που διακρίνει μεταξύ Επισκόπων, τους οποίους κατατάσσει στους δημοσίους υπαλλήλους, διότι τους διόριζε ο Βασιλιάς και μισθοδοτούνταν από το Κράτος, και όλων των λοιπών κληρικών που δεν μισθοδοτούνταν από το κράτος και κατ’ επέκταση δεν τους κατατάσσει στους δημοσίους υπάλληλους.  Την άποψη αυτή αντέκρουσε κυρίως ο Ν. Ν. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, Μελέται περί δημοσίων υπαλλήλων, Αθήναι 1906, σ. 39 επ.
[7] Βλ. ενδεικτικώς ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο, σ. 220-221 ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 413-414.  Πρβλ. και ΑΝ. Ν. ΜΑΡΙΝΟΣ «Περί της υποβολής δηλώσεων κατ’ άρθρον 2 Ν. 1256/1982», γνμδ., Ε. 79 (2002), σ. 690 επ., όπου κρίνεται ότι οι Εφημέριοι, λόγω ακριβώς της ιδιότητάς τους ως θρησκευτικών λειτουργών, δεν υποχρεούνται στην υποβολή δηλώσεων του άρθρου 2 Ν. 1256/1982, που αφορά γενικώς στους υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ.· πρβλ. ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Οι φορολογικές Απαλλαγές των Θρησκευμάτων – Ζητήματα Συνταγματικότητας», ΔΦορΝ 1 (2009), σ. 12-15.
[8]     Βλ. το κείμενο της αποφάσεως στο ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 430-431.
[9]     Πρβλ. την Σ.τ.Ε. 4078/1979 (Ολομ.):  Ε.Δ.Δ.Δ. 24 (1980), σ. 334-335 (=ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 431).
[10]    Άρθρο 42 Κ.Χ.
[11]    Άρθρο 42 § 2 Κ.Χ.
[12]    Βλ. το κείμενο της αποφάσεως στο ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 148-149.
[13]    Σ.τ.Ε. 3186/1996 (Τμ. Γ’).  Στην ίδια βάση στηρίχθηκε και η Σ.τ.Ε. 624/2001 (Τμ. Γ’), με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως της K.Υ.A. 2052614/8044/0022/27-8-1997 Υπουργών Παιδείας και Οικονομικών «Επέκταση διατάξεων Ν. 2470/1997 σε διαβαθμισμένους κληρικούς» (Ε.τ.Κ. 784 Β’), η οποία δεν επέκτεινε και στους εν ενεργεία Εφημερίους την καταβολή του κινήτρου αποδόσεως που δόθηκε σε όλους τους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα με το άρθρο 13 Ν. 2470/1997.  Η εν λόγω απόφαση επανέλαβε ότι:  «…οι τακτικοί εν ενεργεία Εφημέριοι αποτελούν μία εντελώς διακριτή κατηγορία δημοσίων λειτουργών τα καθήκοντα των οποίων είναι προεχόντως θρησκευτικά και λατρευτικά (βλ. άρθρο 37 § 1 K.Χ. πρβλ. Σ.τ.E. 433/1999, 3185/1986, 4548/1996, 732/1988, 293/1986, 507/1983, 4078/1999 [Ολομ.]) και οι οποίοι δεν τελούν, από της εξεταζομένης απόψεως, υπό ταυτότητα συνθηκών με τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους αλλά ούτε και με τους Εφημερίους που έχουν παράλληλα και υπαλληλική ιδιότητα (εκπαιδευτικοί κ.λπ.) και ασκούν δημοσιοϋπαλληλικά καθήκοντα».
[14]    Η καταβολή των αποδοχών των κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος από την Πολιτεία ξεκίνησε με τον Α.Ν. 536/1945.  Με τον ίδιο νόμο καθιερώθηκε η «ενοριακή εισφορά», φόρος 25 ή 35% (αναλόγως του ύψους των εσόδων) επί των ακαθαρίστων εσόδων κάθε Ναού και προβλεπόταν η διάθεση από την Εκκλησία δωρεάν στέγασης σε ιερείς που δεν διέθεταν στέγη.  Για τη μισθοδοσία του κλήρου, βλ. ενδεικτικώς ΑΝΔΡ. Ι. ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ - Θ. Ν. ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, «Αμοιβή κλήρου», Θ.Η.Ε. τ. 7 (1965), στ. 689-690·  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Φορολογία θρησκειών και κοινωφελών νομικών προσώπων, Τρίκαλα - Αθήνα 2005, σ. 54-56·  ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Oι φορολογικές απαλλαγές, όπ. π. (υπ. 7), σ. 10-12 όπου ατεκμηρίωτα αναφέρεται:  «Ακόμη οι τακτικές αποδοχές Εφημερίων προσαυξάνουν με τα υποχρεωτικά τέλη … που καταβάλλονται για την έκδοση αδειών γάμων, διαζυγίων κ.λπ.» (σ. 11), τέλη τα οποία ίσχυαν κατά το παρελθόν και αφορούσαν στους Αρχιερείς (βλ. άρθρο 4 Α.Ν. 2179/1940 και άρθρο 671/1943), σήμερα όμως δεν υπάρχει αντίστοιχη αναφορά σε καμία εν ισχύ διάταξη·  ΤΡΟΜΠΟΥΚΗΣ, Τα έσοδα, όπ. π. (§ 11, υπ. 6)·  ΜΑΡΚΟΣ, Κρατικός Προϋπολογισμός και Εκκλησία, όπ. π. (§ 11, υπ. 6).  Η εισφορά αυτή καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 15 Ν. 3220/2004·  πρβλ. κατωτέρω § 28, ΙΙ.
[15] Βλ. Α.Π. 944/1983:  ΝοΒ 32 (1984), σ. 1519 επ. Α.Π. 248/1995:  ΝοΒ 45 (1997), σ. 26 επ.  Πρβλ. και την αντίθετη Α.Π. 14/1980:  ΝοΒ 28 (1980), σ. 1134 επ.
[16]    Ε.Σ. 7/1997 (Κλιμ. Α’)·  πρβλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 413, υπ. 30.  Βλ. και τη γνμδ. Ν.Σ.Κ. 4Ι/2008 (Τμ. Γ’), που υποστηρίζει την υπαγωγή των κληρικών στις διατάξεις του άρθρου 18 Ν. 3448/2006, οι οποίες αφορούν στην πρόσληψη στο Δημόσιο συγγενούς αποβιώσαντος κατά την εκτέλεση του υπηρεσιακού του καθήκοντος.
[17]Τη συνηθέστερη περίπτωση κατοχής δημοσιοϋπαλληλικής θέσεως από κληρικό, αποτελεί αυτή του εκπαιδευτικού-κληρικού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται κληρικός να καταλάβει άλλη δημοσιοϋπαλληλική θέση (λ.χ. διοικητικού υπαλλήλου).  Πρβλ. κατωτέρω, υπ. 74.
[18]    Βλ. και Εγκύκλιο 2378/2-2-1984 της Δ.Ι.Σ. «Δυνατότητα κατοχής και εφημεριακής θέσεως υπό κληρικών καθηγητών» (ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ, Εγκύκλιοι τ. ΣΤ’ [1982-1995], σ. 127-128).  Εντελώς αντίθετη η γνμδ. Ν.Σ.Κ. 10/2009 (Τμ. Δ’):  Νομοκανονικά 1/2010, σ. 164-171, με αντίθετο σχόλιο Β. Χ. ΤΡΟΜΠΟΥΚΗ, σύμφωνα με την οποία οι κληρικοί αν και δεν ανήκουν στους δημοσίους υπαλλήλους, περιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 104 ως υπάλληλοι νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κατ’ ακολουθία δεν μπορούν να καταλάβουν «δεύτερη» θέση στο Δημόσιο, παρά μόνο όταν ο νόμος ρητώς το ορίζει.
[19]    Σύμφωνα με το άρθρο 90 § 3 Ν. 2362/1995:  «Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω κι αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της».  Η γένεση της απαιτήσεως ξεκινά από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της·  βλ. Α.Π. 1726/2002.  Οι Εφ. Αθηνών 6773/1978:  ΕλλΔνη 19 (1978), σ. 648 επ. και Πρωτ. Αθηνών 1929/1981:  ΝοΒ 29 (1981), σ. 1302, έκριναν ότι οι Εφημέριοι δεν συνδέονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου με το Δημόσιο, παρά το ότι εξομοιώνονται με τους δημοσίους υπαλλήλους ως προς την υπηρεσιακή τους κατάσταση.  Κατ’ ακολουθία, οι απαιτήσεις τους δεν υπόκεινται στη διετή, κατά τα ανωτέρω, αλλά στην πενταετή γενική παραγραφή.  Εκφράστηκε η άποψη ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995, κατά το μέρος που με αυτές διαφοροποιείται σε βάρος του ιδιώτη διαδίκου η προθεσμία συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής μεταξύ του Δημοσίου και των ιδιωτών διαδίκων, είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στη γενική αρχή της ισότητας, αλλά και της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, όπως αυτή συνάγεται από τα άρθρα 4 § 1, 2 § 1 και 25 § 1 Σ., τα άρθρα 6, 13 και 14 Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974) και τα άρθρα 2 § 3 περ. α’ και β’, 14 και 26 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), για την αποκατάσταση της οποίας η συμπλήρωση της παραγραφής πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι πενταετής, σύμφωνα με τις Α.Κ. 250 και 937·  βλ. την απόφαση της 25/6/2009 του Ευρ.Δ.Δ.Α. και ενδεικτικώς Σ.τ.Ε. 953/2011 (Ολομ.):  Ε.Δ.Κ.Α. 53 (2011), σ. 340.  Ο Α.Π. εξέφρασε την ακριβώς αντίθετη άποψη, ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου για αποδοχές υπαλλήλων με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αλλά και για αποζημίωσή τους βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, στο άρθρο 518 § 2 Κ.Πολ.Δ. ή στην Ε.ΣΔ.Α. βλ. ενδεικτικώς A.Π.  123/2011 (Τμ. Β1 Πολιτικό).  Με την ανωτέρω Σ.τ.Ε. 953/2011 (Ολομ.) η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Α.Ε.Δ.  Πρβλ. και Α.Ε.Δ. 9/2009:  ΕφΑΔ (2009), σ. 798, που έκρινε σύννομη την αντίστοιχη διετή παραγραφή του άρθρου 48 § 3 Ν.Δ. 496/1974.
[20]    Βλ. Σ.τ.Ε. 507/1983 (Τμ. Γ’):  Αρμ. 38 (1984) σ. 58 (=ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 430-431).
[21]    Βλ. Α.Π. 703/1997:  ΝοΒ 46 (1998).  Η Σ.τ.Ε. 4045/1981 και η Σ.τ.Ε. 507/1983 (Τμ. Γ’):  Αρμ. 38 (1984), σ. 58 (=ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, σ. 430-431), δεν δέχονται ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου του Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, σχετικά με το δικαίωμά του να ασκήσει υπαλληλική προσφυγή.  Η απόδοση της ιδιότητας του υπαλλήλου του άρθρου 13 α’ Π.Κ. δεν έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι περιορίζει τις συνέπειες της ιδιότητας στον χώρο των ποινικών υποχρεώσεων του Προέδρου.  Τα ίδια ισχύουν αναλογικώς και για τους Εκκλησιαστικούς Συμβούλους·  βλ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Η. ΝΙΚΟΛΑΚΑΚΗΣ, Η ενοριακή διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, Διδακτορική Διατριβή (αδημοσίευτη), Θεσσαλονίκη 2002, σ. 123-124 και υπ. 72.  Για παράδειγμα, τα έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως στοιχειοθετείται και από τον Εφημέριο ενοριακού Ναού, ο οποίος θεωρείται υπάλληλος ως προς την κατάρτιση του εγγράφου·  Συμβ.Πλημ.Μυτιλήνης 39/1968:  ΠοινΧρ. 19 (1969), σ. 51·  πρβλ. ΑΝΝΑ ΨΑΡΟΥΔΑ - ΜΠΕΝΑΚΗ, «Αι ψευδείς βεβαιώσεις των αστυνομικών αρχών και των Εφημερίων συνιστούν νομιζόμενον έγκλημα ή απρόσφορον απόπειραν;  Σχόλιον επί του υπ’ αριθ. 6877/1962 βουλεύματος των εν Αθήναις πλημμελειοδικών, ΠοινΧρ. ΙΒ’», ΠοινΧρ. 13 (1963), σ. 60.
[22]    Βλ. Ν.Δ. 4538/1966.
[23]    Οι διατάξεις του νόμου αυτού επεκτάθηκαν και επί των διαβαθμισμένων κληρικών με την Κ.Υ.Α. 2/73045/0022/2-1-2004 Υπουργών Οικονομίας, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και Παιδείας «Επέκταση των διατάξεων του Ν. 3205/2003 σε διαβαθμισμένους κληρικούς» (Ε.τ.Κ. Β’ 17), όπως τροποποιήθηκε με την αντίστοιχη νεότερη Κ.Υ.Α. 2/6352/0022/2007 «Τροποποίηση - συμπλήρωση της υπ’ αριθ. 2/73045/0022/2-1-2004 κοινής υπουργικής απόφασης περί μισθολογικής κατάταξης κληρικών» (Ε.τ.Κ. Β’ 1914).  Η νεότερη αυτή απόφαση ρύθμισε τη μισθολογική κατάταξη των πτυχιούχων Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, αποφοίτων Ι.Ε.Κ. και αποφοίτων του Α’ και του Β’ κύκλου Ιερατικών Σχολείων Δεύτερης ευκαιρίας.  Η κατάταξη στη Β’ μισθολογική κατηγορία των αποφοίτων Τμήματος Εκκλησιαστικής και Πολιτιστικής Κατάρτισης Ι.Ε.Κ. απαιτεί την προηγούμενη επιτυχή πιστοποίηση των αποφοίτων κατόπιν συμμετοχής τους στις πανελλαδικές εξετάσεις πιστοποίησης του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων (E.Ο.Π.Π.).  Εξετάσεις πιστοποίησης δεν απαιτούνται για τους αποφοίτους των Εκκλησιαστικών Ι.Ε.Κ. του άρθρου 20 § 5 Ν. 3432/2006, όταν και όπου αυτά λειτουργούν από την Ι. Σύνοδο.
[24]    Βλ. Σ.τ.Ε. 999/2005 (Ολομ.):  Νομοκανονικά 2/2005, σ. 118 επ., με ενημερωτικό σημείωμα Γ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ·  Σ.τ.Ε. 1513/2007 (Τμ. Στ’):  Νομοκανονικά 2/2007, σ. 128 επ. (και όμοια Σ.τ.Ε. 1889/2007 [Τμ. Στ’]:  Θ.Π.Δ.Δ. 1 [2008], σ. 1053).
[25]    Το ανώτατο όριο αποδοχών στον δημόσιο τομέα τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 1 Ν. 3833/2010, σύμφωνα με το οποίο οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους κ.λπ. δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας και τα επιδόματα του άρθρου 12 §§ 7-8 και 9 Ν. 3205/2009.  Με το υπ’ αριθμ. 2/35981/0022/28-5-2010 έγγραφο της Διευθύνσεως Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους «Παροχή οδηγιών για την υλοποίηση μισθολογικών ρυθμίσεων» επισημαίνεται ότι το ανωτέρω ανώτατο όριο διαμορφώνεται από 1/6/2010 στο ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα έξι ευρώ και οκτώ λεπτών (5.856,08).
[26]    Σ.τ.Ε. 3209/1990 (Τμ. Α’):  Ε.Δ.Κ.Α. 32 (1990), σ. 755 επ.
[27]    Άρθρο μόνο Κ.Υ.Α. Φ80000/1536/104/4-4-2011 Υπουργών Οικονομικών, και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης «Προαιρετική υπαγωγή στον κλάδο κύριας σύνταξης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των μέχρι 31-12-2010 υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων» (Ε.τ.Κ. Β’ 1050)·  βλ. αναλυτικότερα ανωτέρω § 17, γ’.
ΠΗΓΗ: Η περιφερειακή οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ι. Μητροπόλεις-Ενορίες π. Βασίλειος Τρομπούκης
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://efimeriosgr.blogspot.gr/